Ακριβούλα μου

[…] και κανείς δεν [τα] βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας. Δύο γυναίκες, η μία ώριμη και η άλλη πολύ νέα (μήπως είναι η ίδια;), σε ύψωμα μεγάλο, σχεδόν αδιάβατο ή κάπου στην άκρη της θάλασσας, ανάμεσα σε κάποιους χειροποίητους μικρούς φάρους, φροντίζουν τη φλόγα … Συνεχίστε να διαβάζετε το Ακριβούλα μου.