Η παράσταση Αναλογικό σώμα εστιάζει στον ίδιο τον άνθρωπο: στη δύναμη και την ευθραυστότητά του, στην ικανότητά του να προσαρμόζεται, να αντέχει και να υπερβαίνει τις προκλήσεις της ύπαρξής του στον φυσικό κόσμο. Μέσα από μια καθαρή και ουσιαστική κινητική έρευνα, η παράσταση διερευνά οργανικά, νευρολογικά και ψυχικά τις συνθήκες επιβίωσης και μετασχηματισμού του ανθρώπινου σώματος. Αντλώντας έμπνευση από τις διαχρονικές υπαρξιακές κρίσεις της ανθρωπότητας, το έργο στρέφει το βλέμμα στη σύγχρονη εποχή και στις προκλήσεις που γεννά η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη. Κεντρικό άξονα αποτελεί η ολοένα στενότερη σχέση ανθρώπου και μηχανής, όχι μόνο μέσω των αισθήσεων αλλά και μέσα από την ενσωμάτωση τεχνολογικών συσκευών στο ίδιο το σώμα. Το Αναλογικό σώμα προτείνει έναν καλλιτεχνικό στοχασμό πάνω στη φύση του ανθρώπου σήμερα, υποστηρίζοντας πως το σώμα παραμένει το τελευταίο οχυρό του αναλογικού ανθρώπου.
Η Επιστροφή είναι μια παράσταση χορού και μουσικής για τρεις χορεύτριες και έναν μουσικό επί σκηνής που επιχειρεί μια διερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης μέσα από τις έννοιες του κύκλου και του ερειπίου. Το έργο προσεγγίζει το σώμα ως φορέα μνήμης και σχέσης, ως μέρος μιας διαρκούς διαδικασίας επιστροφής και επαναπροσδιορισμού. Μέσα από κίνηση, ήχο και υλικά ένα ερειπιακό πεδίο δημιουργείται, μεταβάλλεται και ανασυντίθεται, χαρτογραφώντας τη διαδρομή από το ατομικό στο συλλογικό.
Η σύνθεση αναπτύσσεται μέσα από θραύσματα κίνησης, ήχου και δράσης, μικρά συμβάντα που εμφανίζονται, μετασχηματίζονται και επανέρχονται σε νέες συνδέσεις. Έτσι, το έργο δεν ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση, αλλά συγκροτείται από διαδοχικές συναντήσεις, όπου το μεμονωμένο αποκτά νόημα μέσα από τη σχέση του με το σύνολο.
Ο αρχαιολογικός χώρος της Μαρώνειας λειτουργεί ως τοπίο-συνομιλητής παρά ως απλό σκηνικό. Παράλληλες χρονικότητες εμφανίζονται και συνυπάρχουν χωρίς να συγχωνεύονται, ενώ το προσωπικό επανατοποθετείται μέσα στη συλλογικότητα. Η επιστροφή δεν αφορά την αναζήτηση ενός ίδιου σημείου, αλλά τη συνάντηση με τον άλλον, το σώμα και τον κοινό χώρο, όπου η κίνηση, η μεταβολή και η συνύπαρξη γίνονται κοινή εμπειρία.
Ένα γυναικείο σώμα συναντά την πέτρα, ένα υλικό ιστορικά συνδεδεμένο με την εργασία, την κατασκευή και την αντοχή. Η σχέση τους δεν αρθρώνεται ως κυριαρχία, αλλά ως σταδιακή μετατόπιση προς τη συνύπαρξη και τη φροντίδα. Η εφήμερη και ευάλωτη δράση του σώματος συνυπάρχει με τη διάρκεια και τη βραδύτητα της γεωλογικής ύλης, διαμορφώνοντας μια πολλαπλή εμπειρία χρόνου. Το Πέτρινο σώμα είναι ένα εικαστικό χορευτικό σόλο που διερευνά τη σωματική εμπειρία της βαρύτητας και τη σχέση μεταξύ κίνησης και ακινησίας, μέσα από την άμεση επαφή με την πέτρα. Σώμα και λίθοι συγκροτούν ένα κινητικό συνεχές: φέρουν και μεταφέρουν το ένα το άλλο, σχηματίζοντας εφήμερα τοπία και μεταβαλλόμενες συνθέσεις. Καθώς η χορεύτρια ανταποκρίνεται στο υλικό, μετασχηματίζεται, ενώ η πέτρα, μέσα από τη χορευτική πράξη, αποκτά σωματικότητα, ρυθμό και σημασία.
Η περιπατητική κινητική και ηχητική εγκατάσταση Σειρήνες, ένα συλλογικό τραγούδι χαρτογραφεί ένα τοπίο σωμάτων, χορών, μελωδιών και τραγουδιών, εγγράφοντας τη διαδρομή της μέσα από μια σειρά μεταβατικών δράσεων και καταστάσεων. Σαν μια τελετουργία τού σήμερα, συνομιλεί με τις εσωτερικές μας επιθυμίες, τη μελαγχολία μας στο τώρα και με ένα συλλογικό πένθος για αυτά που έχουν ήδη χαθεί. Με αναφορά στη διττή σημασία της λέξης «σειρήνα» –ως παραπλάνηση και αποπλάνηση στον μύθο, αλλά και ως προειδοποιητικό σήμα– μια χορο(ω)δία γυναικών μετατρέπεται σε σύγχρονες «σειρήνες» που αφουγκράζονται το παρόν και φαντάζονται ένα μέλλον. Μια επίκληση στο τώρα, σαν κραυγή αγωνίας, και ταυτόχρονα σαν μια πρόσκληση συνεύρεσης και συνομολογίας.
Η γένεση και η εξέλιξη του ανθρώπινου σώματος μέχρι την τελειότητα της κίνησής του είναι το θέμα της παράστασης Αμφίβια / HUMENS. Από την αρχέγονη σούπα, στις πρώτες αμφίβιες μορφές ζωής, μέχρι τον άνθρωπο, η βιολογική ιστορία του πέρασε μέσα από συγκρούσεις με το περιβάλλον, τη βαρύτητα, την ίδια την ατέλεια και φθαρτότητα της ύλης. Και τελικά το σώμα συγκρούεται με τα όριά του για να νικήσει και να μετατραπεί στο κορμί του χορευτή. Πρόκειται για μια περφόρμανς που κινείται δυναμικά μεταξύ της διάλεξης και του χορού, επιστημονικών ευρημάτων και προσωπικών αφηγήσεων, δαρβίνειας εξέλιξης και φιλοσοφικής ανησυχίας, και προτείνει το κάλλος ως υπαρξιακή σωτηρία. Παράλληλα, διατρέχει την κοπιώδη, αγωνιώδη και μαγική ζωή του ανθρώπου-χορευτή αναζητώντας τι είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο – μεταφορικά και κυριολεκτικά.
Το έργο Στα ίχνη του νερού είναι ένα χοροθεατρικό ντουέτο που διερευνά την αφήγηση ιστοριών ως τελετουργία μνήμης, κοινότητας και «επιστροφής στον άνθρωπο». Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται ο διάλογος ανάμεσα στο κινούμενο σώμα, το σώμα-αντικείμενο και το σώμα-ως-ήχο. Άμορφα υλικά και κινούμενα αντικείμενα εμψυχώνονται από τους περφόρμερ, εισερχόμενα σε μια διαρκή σχέση με το ζωντανό σώμα και αναδεικνύοντας την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Αφετηρία της δημιουργίας αποτελεί το απόσπασμα της Αν Μπόγκαρτ για τον νομαδικό ποιητή της ερήμου της Σενεγάλης, εκείνον που θυμάται πού βρίσκονται οι πηγές νερού και οδηγεί τη φυλή προς την επιβίωση – κυριολεκτική και μεταφορική. Όπως η φύση θυμάται μέσα από κύκλους και ρυθμούς, έτσι και ο άνθρωπος αυτοπροσδιορίζεται μέσα από ιστορίες και παραδόσεις. Στην παράσταση αυτή, και μέσα από τη σύμπραξη του χορού, του θεάτρου και του κουκλοθεάτρου, σώμα και αντικείμενο εναλλάσσονται σε ρόλους αφηγητή, μάρτυρα και πρωταγωνιστή, διερευνώντας τη σύγχρονη ανθρώπινη συνθήκη.
Το ίχνος αντιπροσωπεύει το αποτύπωμα της ανθρώπινης παρουσίας στον χρόνο και στον χώρο, τη συσσώρευση γνώσης, εμπειρίας και εξέλιξης της ανθρωπότητας. Κατά μια ιστορική ανάγνωση, τα ίχνη γεννιούνται μέσα από συγκρούσεις, μετακινήσεις και μεταμορφώσεις, όπως και οι πολιτισμοί: μέσα από φωτιά, στάχτη και επαναδιαπραγμάτευση. Τα ίχνη του ανθρώπου διαμόρφωσαν τον κόσμο γεωγραφικά, πολιτισμικά, κοινωνικά και πολιτικά: στο σώμα, στον δημόσιο χώρο, στη μνήμη και στους μύθους. Όταν η πράξη ολοκληρώνεται, το ίχνος παραμένει ως μαρτυρία. Για κάθε άνθρωπο αντιστοιχεί ένα σύνολο ιχνών που λειτουργούν ως καθρέφτης της εξέλιξής του. Το ίχνος είναι η ανώτερη μορφή του ανθρώπου ως δυνατότητα μέσα από επίγνωση, γνώση και ευθύνη. Δεν έχει φύλο ή υλική υπόσταση. Είναι καθαρή συνείδηση και ταυτόχρονα πολιτική, καθώς φέρει τα αποτυπώματα της συλλογικής ιστορίας. Το ίχνος είναι φορέας γνώσης χωρίς να αποτελεί την πλήρη αλήθεια και παραμένει πάντα ανοιχτό σε ερμηνεία.
Παράλληλες δράσεις
- «Ενσωματωμένα ίχνη: Ερμηνεύοντας την πόλη»: Workshop με τον Ιωάννη Καρούνη | 7-13 Ιουλίου 2026
- «Ενσωματωμένα ίχνη: Ερμηνεύοντας την πόλη»: Ανοιχτή δημόσια συζήτηση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας | Μετά την παράσταση στις 14 Ιουλίου 2026
Η συμμετοχή είναι δωρεάν.
Η Πνοή φωτός είναι μια τοποειδική και συμμετοχική παράσταση χοροθεάτρου, ειδικά σχεδιασμένη για τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Κορίνθου και το ιερό του Απόλλωνα. Με αφετηρία τη συμβολική της επτάχορδης λύρας του Απόλλωνα, το έργο οργανώνεται ως μια τελετουργική διαδρομή επτά σταδίων, όπου η μουσική, ο χορός, ο λόγος, η φωνή και το φως συνθέτουν μια εμπειρία μετάβασης από τη διάσπαση προς την αρμονία. Η κορινθιακή μυθολογία συνομιλεί με τη σύγχρονη ανάγκη του ανθρώπου να ξαναβρεί το μέτρο του σε έναν κόσμο υπερδιέγερσης, τεχνολογικής επιτάχυνσης και κοινωνικής διάσπασης. Μέσα από την ενεργή συμμετοχή τοπικών χορωδιών, εθελοντών και του κοινού, η παράσταση μετατρέπει τον αρχαιολογικό χώρο σε τόπο συλλογικής μνήμης, ρυθμού και επανασύνδεσης.
Μια παράσταση χορού και μουσικής εμπνευσμένη από το Όνειρο (The Dream) σε χορογραφία Φρέντερικ Άστον και το μουσικό έργο του Φέλιξ Μέντελσον Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας. Όσον αφορά το ομότιτλο έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, αντλείται επιπλέον δραματουργικό υλικό από το τέλος του, την ιδέα δηλαδή της παράστασης μέσα στην παράσταση, και από την όλη θεματική του ονείρου όπως την πραγματεύεται ο Άγγλος ποιητής και κατά συνέπεια από τη σχέση του ονείρου με την καλλιτεχνική δημιουργία.
Με τη συνοδεία ακουστικής και ηλεκτρικής κιθάρας, μπάσου, ντραμς και φωνής, οι πέντε χορευτές και χορεύτριες εκτελούν ακολουθίες κινήσεων σε διάφορους συνδυασμούς. Η σπονδυλωτή χορογραφία δεν στοχεύει σε μια αφηγηματική αναπαράσταση των αναφορών αλλά, αντίθετα, βασικό μέσο της θα αποτελέσει το έντονο και ποικιλόμορφο κινητικό λεξιλόγιο σε συνομιλία με μικρά αποσπάσματα πρόζας που θα εισαγάγουν το κοινό στα μέρη της παράστασης. Το μπαλέτο αντιπαραβάλλεται και συνομιλεί με κινήσεις κάθε είδους παράγοντας μια ιδιόμορφη γλώσσα που συντονίζεται αρμονικά με τη μουσική και αναζητά την απόλυτη συγκέντρωση στην κινητική γραφή και τον έλεγχο του χορευτικού οργάνου, δηλαδή του ανθρώπινου σώματος.
Ένα επιφώνημα καημού και ειρωνείας απέναντι στο γεγονός ότι, παρά την προοδευτική όψη της εποχής, ο μηχανισμός στερεοτύπων και περιθωρίου συνεχίζει να λειτουργεί άψογα. Μέσα από τη σάτιρα και τον χορό, το έργο σχολιάζει την κατασκευασμένη φύση των γυναικείων στερεοτύπων. Αποδομώντας την εικόνα της «τέλειας γυναίκας» που προωθείται διαχρονικά, οι δυο χορογράφοι και χορεύτριες φέρουν τη λεγόμενη «μαγκιά», τον δυναμισμό και την ένταση, αποσυνδέοντάς τα από την αποκλειστικά ανδρική κατοχή. Μια περιήγηση στο πώς το σώμα (ξε)περνά αυτά τα όρια, επαναπροσδιορίζει ρόλους και συνδέεται με την έκφραση και την ταυτότητα.