O τζίτζικας (ή τέττιξ με δύο ταυ) από τη φύση του συνδέεται με τη διαδικασία της μεταμόρφωσης, όταν από νύμφη γίνεται ενήλικας.
Το σύνολο σύγχρονης μουσικής ΤΕΤΤΤΙΞ (με τρία ταυ) μέσω της μουσικοκινητικής παράστασης Καντάδα Πόντου καταθέτει τη δική του φαντασιακή εκδοχή της αναγκαστικής «μεταμόρφωσης» μιας κοινωνίας. Η εγκατάσταση ποντιακού προσφυγικού πληθυσμού στην Κέρκυρα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη Συνθήκη της Λωζάννης αναγκάζει τις δύο αλληλοεπηρεαζόμενες πλευρές να αναθεωρήσουν αντιλήψεις και συνήθειες.
Μέσα από το δράμα, τη σάτιρα και το λαϊκό θέαμα οι ΤΕΤΤΤΙΞ, σε συνεργασία με την κινησιολόγο Eugenia Demeglio, μεταμορφώνουν τον κεμεντζέ και το μαντολίνο γεννώντας μια νέα οντότητα, σ’ ένα περιβάλλον όπου η διαφορετικότητα προβληματίζει και στιγματίζει, όμως ταυτόχρονα ανανεώνει, αναζωογονεί και εμπνέει
Σε μια σκηνή-αρχαιολογικό χώρο, πέντε Κεφαλονίτες καλλιτέχνες που ζουν και δημιουργούν στο 2022 ζωντανεύουν αφηγήσεις από τις μέρες του 1922, σιγοτραγουδούν μελωδίες, ψάχνουν τον μίτο που τους συνδέει με τους προγόνους τους, που είτε γεννήθηκαν στην Κεφαλονιά ή στην Ιθάκη είτε βρέθηκαν εκεί κυνηγημένοι, ορφανοί και φοβισμένοι. Συνεργάζονται μαζί τους ένας Βρετανός σχεδιαστής φωτισμών, μια ξενιτεμένη Κεφαλονίτισσα σκηνογράφος και ένας σκηνοθέτης που έχει ρίζες στην Καππαδοκία.
Στην παράσταση παρουσιάζεται αρχειακό υλικό από την υποδοχή των 7.000 προσφύγων και από την ενσωμάτωση όσων, τελικά, παρέμειναν στα δυο νησιά.
Χωρίς θλίψη, αλλά με τη διάθεση να μεταδώσουμε το κλίμα της εποχής και μαζί να επανακαθορίσουμε την έννοια του «πρόσφυγα». Γιατί η Προσφυγιά δεν είναι ένα στιγμιαίο γεγονός στην παγκόσμια ιστορία.
Ποια είναι τα υπολείμματα του πολιτισμού μας; Τι είδους απόβλητα υπάρχουν και σε ποιες μορφές; Αποτελεί η αρχαία κληρονομιά ένα απόβλητο του παρελθόντος; Είναι τα σκουπίδια του παρόντος η πολιτιστική κληρονομιά του μέλλοντος; Τι αφήνουμε πίσω μας και πώς θα μας θυμούνται; Η παράσταση Λύματα ή Πώς θα μας θυμούνται, σε ενεργό διάλογο με τις σύγχρονες εικαστικές τέχνες, αποσκοπεί στη δημιουργία ενός υβριδικού έργου τέχνης, ενός αντι-κληροδοτήματος.
Βασική δραματουργική αφετηρία αποτελεί η έννοια των λυμάτων, τόσο ως υλικής αποτύπωσης της αλλοιωτικής παρέμβασης του ανθρώπινου πολιτισμού στη φύση όσο και ως μεταφορικής αποτύπωσης όσων αφήνουμε πίσω μας στους πολιτισμούς του μέλλοντος. Στη σκηνή τοποθετούνται υλικά που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αυτή τη μελλοντική κληρονομιά. Αντικείμενα, ιδέες, απόψεις, τοπικοί παράγοντες και θεϊκές λύσεις μπαίνουν σε έναν διάλογο, με τις εικαστικές τέχνες να βοηθούν στην υλική αποτύπωση αυτού που δυστυχώς (ή ευτυχώς) στο θέατρο πεθαίνει μετά το τέλος της παράστασης.
Το Αλφάβητο, ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα της πρωτοπόρου Δανής συγγραφέως και ποιήτριας Ίνγκερ Κρίστενσεν, μια νεωτεριστική ποιητική σύλληψη, προφητική, επίκαιρη, διαχρονική, με κοινωνικές και οικολογικές προεκτάσεις, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα με τη μορφή μουσικοθεατρικής παράστασης σε διασκευή και σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη.
Τρεις γυναίκες ηθοποιοί μαζί με δύο μουσικούς επί σκηνής, αναζητούν, με όχημα εμβληματικές ποιητικές συνθέσεις, ένα κομμάτι από τον χαμένο παράδεισο, κάποια μέρα, ίσως, μετά το τέλος του κόσμου. H σκηνική τους συνύπαρξη θα δημιουργήσει ένα εκρηκτικό οπτικοακουστικό περιβάλλον. Η παράσταση στοχεύει στη συλλογική μας ευθύνη απέναντι στο περιβάλλον και τη φύση, την αειφορία και τη συνέχιση της ζωής στον πλανήτη.
Η παράσταση BEartH αποτελεί ένα πολύτεχνο πρωτότυπης μεικτής μουσικής για κόντρα τενόρο, βαθύφωνο, κλαρινέτο, μπάσο κλαρινέτο, βιολοντσέλο και πιάνο, προηχογραφημένα μέρη ηλεκτροακουστικής μουσικής και χορό. Όπως διαφαίνεται και από τον τίτλο του, το έργο διαπερνάται από τέσσερις άξονες: Γέννηση, Ύπαρξη, Γη, Δημιουργία. Η τετραδική υπόσταση της Τετρακτύος ενυπάρχει σχεδόν σε όλα τα δομικά στοιχεία του έργου, το οποίο είναι απότοκο μελέτης της Θεογονίας του Ησιόδου, της Γένεσης, της Αποκάλυψης, των Ορφικών Ύμνων, του ποιητικού λόγου των Ουίλλιαμ Μπλέικ, Τζων Μίλτον, Ντάντε Αλιγκέρι, καθώς και της Ασκητικής του Νίκου Καζαντζάκη. Συνδετικοί κρίκοι, η δύναμη της δημιουργίας, η αναγκαιότητα εναρμόνισης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, υπαρξιακοί προβληματισμοί αλλά και η αντιπαράσταση αντίθετων-παραπληρωματικών εννοιών. Αποσπάσματα από τα πρωτότυπα κείμενα θα ακουστούν μέσω μελοποιημένης ποίησης αλλά και αφήγησης.
Ένα κοκτέιλ κερασμένο απ’ τους εργαζόμενους στον τουρισμό
Για τα περισσότερα παιδιά το καλοκαίρι είναι η πιο ξένοιαστη εποχή του χρόνου. Για τους ενήλικες η θερινή περίοδος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση που απαιτεί οργάνωση, σχεδιασμό και χρήματα. Για ορισμένους επαγγελματίες το καλοκαίρι ταυτίζεται με την εργασία τους. Οι εργαζόμενοι/ες πρέπει, ακόμα και σε εξαντλητικές συνθήκες, να κρύψουν την κούρασή τους για να μην επιβαρύνουν τη διάθεση των παραθεριστών, οι δε ταξιδιώτες επενδύουν τα χρήματά τους σε διακοπές και ελπίζουν ότι μέσα από αυτές θα αποζημιωθούν για τις ματαιώσεις και την κόπωση μιας ολόκληρης χρονιάς.
Στη σκηνή πρωταγωνιστεί ό,τι μένει στη σκιά του καλοκαιριού: οι σκέψεις που δεν μοιράζονται οι ξεναγοί με τους τουρίστες, οι συζητήσεις του προσωπικού στις κουζίνες, τα παρεχόμενα δωμάτια των είκοσι τετραγωνικών, που μαζί με τα τέσσερα γκαρσόνια κοιμίζουν και 23 κατσαρίδες.
Είμαστε όλοι ίσοι κάτω από τον ήλιο ή μαζί με τις αποσκευές μας μεταφέρουμε και τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες στα τουριστικά θέρετρα;
Ταξίδι είν’ η ζωή μας
Στη Νύχτα, στο Χειμώνα,
Γυρεύουμε το διάβα μας,
Στον άναστρο λειμώνα.
Η παράσταση θεάτρου και μουσικής Να πώς άρχισε, σε σκηνοθεσία Βικτώριας Φώτα και μουσική Λευτέρη Βενιάδη, βασίζεται στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Λουί-Φερντινάν Σελίν.
Σε μια έκρηξη ενθουσιασμού, ο νεαρός φοιτητής ιατρικής Φερντινάν Μπαρταμού κατατάσσεται εθελοντικά στον γαλλικό στρατό αμέσως μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο σύντομα μετανιώνει για την πράξη του, βλέποντας από κοντά τη δολοφονική ανικανότητα των ανωτέρων του, την αγριότητα της ανθρώπινης φύσης και το παράλογο του πολέμου.
Ο Μπαρταμού δεν είναι πρότυπο, δεν είναι ένας ήρωας πολέμου. Η αιρετική του στάση και οι ανατρεπτικές του απόψεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μηδενιστικές. Εκφράζουν όμως τις μύχιες σκέψεις κάθε ανθρώπου που, συνειδητοποιώντας τη φρίκη του πολέμου και τη ματαιότητα των συγκρούσεων στο όνομα των εθνών, των θρησκειών και εν γένει των ιδεολογιών, προτιμά να επιβιώσει και να μην μετατραπεί σε έναν ακόμη νεκρό «ήρωα» που θα μείνει για πάντα στην αφάνεια.
Το δημοφιλές κρητικό ποίημα του 16ου αιώνα, με πρωταγωνιστές έναν λύκο, μια αλεπού́ κι ένα γάιδαρο, μετουσιώνεται σε ένα σύγχρονο μουσικοεικαστικό παραμύθι με τίτλο Η φυλλάδα του γαδάρου που σατιρίζει τύπους ανθρώπινους κάθε καιρού και τόπου.
Τα ζώα διαδραματίζουν τον ρόλο των ανθρώπων, μιλούν, φαντάζονται, ονειρεύονται, συνωμοτούν, χωρατεύουν. Με χιούμορ λαϊκό, στίχο ομοιοκατάληκτο και γλώσσα ιδιωματική, η παράσταση καυτηριάζει «σκεπασμένα κι ανώδυνα» τις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνικές τάξεις και την αυθαιρεσία του ισχυρού απέναντι στον αδύνατο.
Η Ναταλία Κωτσάνη και ο Τάσος Κοφοδήμος μελοποιούν και ερμηνεύουν το ποίημα διατηρώντας την πλοκή́ και τις ενότητες του έργου. Η εικαστικός Ναταλία Μαντά, αξιοποιώντας αναλογικά́ και ψηφιακά́ μέσα, αφηγείται τον μύθο αναδεικνύοντας τις σύγχρονες αλληγορικές διαστάσεις του, και τέσσερις μουσικοί επί σκηνής συνδιαλέγονται με τους πρωταγωνιστές και τις ιστορίες τους σε γλώσσα μουσική, δημιουργώντας το δικό τους επίπεδο παράλληλης αφήγησης.
H Φυλλάδα του Γαδάρου ή Γαδάρου, λύκου και αλεπούς διήγησης χαρίεις είναι ένα από́ τα δημοφιλέστερα λαϊκά́ αναγνώσματα του νέου ελληνισμού́, με πολλές ανατυπώσεις μέχρι τον 19ο αιώνα. Πρόκειται για έργο άγνωστου ποιητή́, με χιουμοριστικό́ και σκωπτικό́ τόνο, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1539, είκοσι χρόνια μετά τον Απόκοπο του Μπεργαδή.
Με την υποστήριξη της Γαϊδουροχώρας.