Το έργο Αντίφωνα συνθέτει μια πολυδιάστατη εμπειρία μουσικής, μνήμης και εικαστικής δημιουργίας με επίκεντρο τη Μονή Ουρσουλινών των Λουτρών Τήνου και τη γυναικεία παρουσία που σημάδεψε την ιστορία της.
Το μουσικό πρόγραμμα, εμπνευσμένο από το τάγμα των Ουρσουλινών, περιλαμβάνει έργα των Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν και Γκιγιώμ ντε Μασώ, ερμηνευμένα από πέντε μουσικούς με έγχορδα όργανα εποχής, δημιουργώντας μια ηχητική γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.
Παράλληλα, η εικαστική εγκατάσταση με πενήντα λευκά νυχτικά, τυπωμένα με κυανοτυπίες από φωτογραφικό και δημοσιευμένο υλικό της Μονής, αναδεικνύει τις αθέατες ιστορίες των γυναικών που έζησαν, εργάστηκαν και μαθήτευσαν στον χώρο. Μέσα από εικόνες, ήχους και συμβολισμούς, το έργο φωτίζει την άυλη πολιτιστική κληρονομιά της Τήνου και μετατρέπει τη μνήμη σε βιωματική εμπειρία.
Η δράση ολοκληρώνεται με την προσφορά αρτοσκευασμάτων εμπνευσμένων από παλιές συνταγές της Μονής και τοπικές παραδόσεις του νησιού.
Η μουσική παράσταση διερευνά την ιδέα ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα από τη συνύπαρξη με τους άλλους και τη σχέση του με τη φύση. Οι δύο αυτές διαστάσεις αναδεικνύονται ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις ανθρωπιάς, μέτρου και ωριμότητας.
Κεντρικός άξονας της εκδήλωσης είναι η ερμηνεία του Κουαρτέτου εγχόρδων αρ. 14 του Φραντς Σούμπερτ Ο θάνατος και η κόρη από σύνολο τεσσάρων μουσικών. Το εμβληματικό έργο προσεγγίζει με ένταση και ευαισθησία τη θνητότητα, τον φόβο και την αποδοχή, οδηγώντας όχι στην απόγνωση αλλά σε μια βαθύτερη συμφιλίωση με το αναπόφευκτο.
Η παράσταση πλαισιώνεται από τη φωτογραφική έκθεση «Promenade», που φιλοξενείται στον διάδρομο προς το Ρωμαϊκό Ωδείο Κω. Μέσα από εικόνες που εξερευνούν τη σχέση ανθρώπου και φύσης, τον χρόνο και τη φθορά, η έκθεση λειτουργεί ως εισαγωγή στη βιωματική εμπειρία της μουσικής δράσης.
Στη μουσικοθεατρική παράσταση Παίζω άρα υπάρχω, το δεξιοτεχνικό παίξιμο του πιάνου συνδιαλέγεται με το θεατρικό παιχνίδι, αναδεικνύοντας τη δημιουργική ικανότητα του ανθρώπου. Η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, επιλέγοντας από ένα εκτεταμένο μουσικό ανθολόγιο από τον Μπαχ και τον Μότσαρτ μέχρι τους Α. Ζολιβέ, Φρ. Γκούλντα, Φ. Γκλας, Ε. Μπλοχ και Μπητλς, με εκτελεστική δεινότητα, εναλλάσσοντας ύφος και ρυθμούς, από κλασικές, σύγχρονες ή τζαζ τεχνικές, προσκαλεί σε διάλογο τον επί σκηνής ηθοποιό Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, να αυτοσχεδιάσει, να απαντήσει ή να ερμηνεύσει διαφορετικούς ρόλους. Εκείνος, με τη σειρά του, αναπτύσσει ένα κειμενικό ρεπερτόριο. Έναν εαυτό που δρα στη κατεύθυνση και με τις αρχές του ουμανισμού και του πνεύματος ενός πανανθρώπινου πολιτισμικού παιχνιδιού. Επιλέγονται κείμενα των Σαίξπηρ, Σου Τζέννινγκς, Γιόχαν Χουιζίνγκα, Ντόναλντ Γουίννικοτ, Αλμπέρ Καμύ, μύθοι και παραμύθια.
Η τοποειδική μουσική επιτέλεση Η πάστα του Απόλλωνα αποτελεί ένα πρωτότυπο ταξίδι στον κόσμο της αρχαιολογίας, μετατρέποντας την επιστήμη σε βιωματική θεατρική εμπειρία. Με αφετηρία το παραμύθι Στο λόφο μου της αρχαιολόγου Κωνσταντίνας Χαβάκη, το αγαλματίδιο του Απόλλωνα, που μόλις βρέθηκε σε ανασκαφή, αφηγείται το ίδιο την ιστορία του, τη διαδρομή του στους αιώνες και εντέλει τη στιγμή που η ανασκαφή το έφερε σήμερα ξανά στο φως, αποκαλύπτοντας πτυχές, πρακτικές και ορολογία της επιστημονικής ανασκαφικής διαδικασίας. Μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, οι μικροί θεατές παύουν να είναι απλοί παρατηρητές και γίνονται οι ίδιοι αρχαιολόγοι και συντηρητές αρχαιοτήτων συμμετέχοντας σε μια βιωματική προσομοίωση ανασκαφής. Η ηχητική τοπογραφία της επιτέλεσης, δηλαδή το σύμπλεγμα των ήχων του φυσικού χώρου, των ανασκαφικών εργαλείων, των κρουστών με το αρχέγονο μουσικό όργανο, το ανθρώπινο σώμα, ενορχηστρώνει έναν σύγχρονο παιάνα προς τιμήν του Απόλλωνα.
«Στην καρδιά του δάσους χρόνια περιπλανιέμαι, στη ρίζα του βουνού κοιμήθηκα για να σε ονειρευτώ. Οι νύμφες μού ψιθύρισαν στο αυτί τα μυστικά του κόσμου και τώρα εγώ χορεύω για τον Πάνα. Στα τσιμεντένια χαρακώματα έχασα περισσότερα από όσα έψαχνα. Αγρίεψα και έκλεισα τα παράθυρα της καρδιάς. Με τα ίδια μου τα χέρια έχτιζα τις φυλακές που με τη δική μου ευλογία με υποδούλωναν. Βασανιστής της ίδιας μου της ζωής. Αναζητούσα ένα καλύτερο εγώ στραγγαλίζοντας εκείνο που είχα μέσα μου. Το ρίσκο κι η θυσία αναπόφευκτα γι’ αυτούς που αναζητούν ελευθερία. Και πάνω στον αγώνα μίσεψα πέρα από τον εαυτό μου κι ολάκερο τον κόσμο. Τώρα τα πόδια μου βουτάω στο νερό, κοιτάζω τη μορφή μου. Σαν γαληνέψει η επιφάνεια από του αέρα τις πνοές, διακρίνω ξανά εκείνο που άλλοτε ήμουν».
Η εγκατάσταση Μαγικός φανός αποτελεί μια τοποειδική εικαστική και ηχητική εγκατάσταση, εμπνευσμένη από την πλατωνική αλληγορία του σπηλαίου και την ιστορία των πρώιμων οπτικών μηχανισμών. Στον θολωτό χώρο του Προμαχώνα Αγίου Γεωργίου Μεσαιωνικής Πόλης Ρόδου, το φως και η σκιά ενεργοποιούν μια σειρά από απλούς μηχανισμούς προβολής και χειροποίητες μορφές, εξετάζοντας την αναπαράσταση ως διαδικασία κατασκευής του κόσμου μέσα από εικόνες και συστήματα αναπαράστασης. Οι σκιές μετασχηματίζονται μέσα από την κίνηση και τη χωρική διάταξη, συνθέτοντας ανοιχτή αφήγηση που εξελίσσεται στον χρόνο. Μέσα από συμβολισμούς και κώδικες, η εικόνα λειτουργεί ως ενεργός μηχανισμός που παράγει και διαστρεβλώνει το πραγματικό. Τα συστήματα αναπαράστασης εκτίθενται και αποδομούνται, αποκαλύπτοντας τις συμβάσεις τους.
Η εγκατάσταση ολοκληρώνεται με ζωντανές ηχητικές δράσεις, συγκροτώντας ένα ενιαίο, πολυαισθητηριακό περιβάλλον όπου εικόνα και ήχος συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν σε πραγματικό χρόνο.
Μια πρωτότυπη δραματουργική και μουσική σύνθεση, που απορρέει από το μυθιστόρημα του Γιώργου Θεοτοκά Ασθενείς και οδοιπόροι. Αποτυπώνοντας την κρίση αξιών της μεταπολεμικής Ελλάδας, αναρωτιόμαστε ακόμα και σήμερα: θα παραμείνουμε πνευματικά «Ασθενείς» ή θα γίνουμε «Οδοιπόροι» έστω και μέσα στην οδύνη;
Τρεις ηθοποιοί, ως συλλογική συνείδηση, εστιάζουν στους επιζώντες ήρωες που αναζητούν νόημα σε έναν κόσμο ασταθή. Παλεύουν να αφήσουν πίσω τους τις μνήμες και, ως «ραβδοσκόποι», να ανακαλύψουν την πηγή της αγάπης. Αναμετρώνται με την υπαρξιακή σύγκρουση ιδεολογίας και πράξης, ονείρου και πραγματικότητας. Παράλληλα, η σύγχρονη μουσική εντείνει την εσωτερική αγωνία, υπογραμμίζοντας την πορεία τους προς την ελευθερία.
Πρόθεσή μας να συνομιλήσουμε με τη σύγχρονη ελληνική νεότητα που μεγάλωσε στην κρίση, είτε ως Ασθενής στην ψηφιακή ακινησία, είτε ως Οδοιπόρος, μετατρέποντας την ανασφάλεια σε δράση και πίστη για ζωή. Ως στόχο έχουμε να αναδείξουμε την ελευθερία ως ηθική της πράξης, δικαιώνοντας τον Μένανδρο: «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ἂν ἄνθρωπος ᾖ».
Η σκηνή προϋποθέτει πίστη. Μια παράλογη πίστη του περφόρμερ στον εαυτό του, στο τίποτα, στο «άδειο» της σκηνής, στις καρέκλες των θεατών· πίστη στους ίδιους τους θεατές. Αυτοί, έρχονται στο «θέαμα» για να πιστέψουν τα πάντα, μα, ουσιαστικά, για να πιστέψουν τους ανθρώπους της σκηνής. Ο Μπράιαν Φρίελ έγραψε για αυτή την απόλυτη ανάγκη του ανθρώπου για ελπίδα μέσα από μια προμηθεϊκή προτροπή. Πρόθεση της σκηνοθεσίας είναι το έργο, σε όλη τη δραματουργική του ανάπτυξη, να παιχτεί σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές, συχνά ανάμεσά τους, με κινηματογραφική αμεσότητα στην ερμηνεία και με την αίσθηση μιας απογυμνωμένης επαρχιακής γειτονιάς. Η γκάιντα είναι ένα από τα αρχαιότερα πνευστά λαϊκά όργανα της υπαίθρου. Ο τραχύς παραδοσιακός της ήχος ωθεί την αφήγηση να αποκτήσει έναν οικουμενικό χαρακτήρα και μια αδιόρατη σύνδεση με το συλλογικό ασυνείδητο και το πανανθρώπινο τραύμα, όπως εγγράφεται στο σώμα και στη μνήμη της σκηνικής εμπειρίας.
*Ευχαριστούμε θερμά τη Βασιλική Σύρμα για την πολύτιμη βοήθεια και συνεισφορά της.
Στη Δήλο. Σ’ ένα νησί πρώην άδηλο, μα τώρα φανερό, που προσπάθησε να νικήσει τον χρόνο. Τον θάνατο. Μέσα απ’ τον οποίο περνάει η γλώσσα, διατηρώντας τον πυρήνα της απρόσβλητο.
Τώρα τρία σώματα ανθίζουν μουσική. Δίπλα στη θάλασσα. Η θάλασσα, το μόνο επουλωτικό στοιχείο.
Τρία σώματα χορεύουν κάτω απ’ τον ήλιο, πάνω στον βράχο. Μέσα σε μια Ελλάδα, τώρα ξεχειλωμένο συνονθύλευμα τραυμάτων και δανείων. Κυρίως τρόπων ύπαρξης και λιγότερο χρηματικών.
Τρία σώματα μέσα στην περιπέτεια της γλώσσας. Τρία σώματα ανάμεσα σε μια γλώσσα τόσο ενθουσιωδώς φρέσκια αρχαία ελληνική και μια τόσο γερασμένη νέα ελληνική.
Τρία σώματα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Πάνω στο μάρμαρο. Πάνω σε τόπο προσευχής.
Στην παράσταση Η πλατεία μικραίνει, ο χρόνος συμπυκνώνεται και οι μνήμες ζωντανεύουν σε έναν σκηνικό χώρο που πάλλεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Το έργο, με οδηγό μια βαθιά ανθρώπινη αφήγηση, αγγίζει την εύθραυστη φύση της μνήμης και τη σιωπηλή δύναμη της απώλειας. Η μουσική επί σκηνής δεν συνοδεύει απλώς, αλλά αφηγείται, συνομιλεί και καθοδηγεί τη συναισθηματική διαδρομή του θεατή. Με λιτές εικόνες και έντονη ερμηνευτική παρουσία, δημιουργείται ένας οικείος κόσμος όπου κάθε θεατής αναγνωρίζει κάτι δικό του. Η παράσταση γίνεται μια εμπειρία μοιρασμένη, μια υπενθύμιση ότι, ακόμη κι όταν η «πλατεία μικραίνει», η ανάγκη για σύνδεση παραμένει ζωντανή.