Η παράσταση Αντιλογίες βασίζεται σε μια δραματουργική σύνθεση που συνυφαίνει την πλατωνική Απολογία με την Αληθινή απολογία του Σωκράτη του Κώστα Βάρναλη. Ο σύγχρονος Σωκράτης καλείται σε ανάκριση και απαντά αντλώντας από τη φιλοσοφική οξύνοια του Πλάτωνα και την αιχμηρή ειρωνεία του Βάρναλη. Μέσα από αυτόν τον σκηνικό διάλογο αναδεικνύεται μια διαχρονική αναμέτρηση: η σκέψη απέναντι στην εξουσία, η αλήθεια απέναντι στα ψεύδη, η ευθύνη απέναντι στον εφησυχασμό. Ο λόγος –φιλοσοφικός, ποιητικός, ανατρεπτικός– κυριαρχεί επί σκηνής, πλαισιωμένος από πρωτότυπη ζωντανή μουσική. Η παράσταση προσφέρει μια εμπειρία που γεφυρώνει δύο χιλιετίες στοχασμού, θέτοντας ξανά ερωτήματα που παραμένουν επίκαιρα: Τι είναι αλήθεια; Ποια η θέση του σκεπτόμενου ανθρώπου στην κοινωνία; Και πόσο κοστίζει σήμερα η αναζήτηση της αλήθειας;
Μια αισθητηριακή μελέτη για την ελληνική παραδοσιακή κουζίνα και το αποτύπωμα της στο σήμερα.
Mε αφορμή ένα κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι που περιλαμβάνει ελληνικές γεύσεις ανθεκτικές στο πέρασμα των ετών, ξεπηδούν οι ιστορίες παραδοσιακών φαγητών και η πρόσληψή τους στο σήμερα. Εκεί όπου συναντιούνται και συναλλάσσονται οι διαφορετικές γενιές, αντιλαμβανόμαστε τους τρόπους που έχουν μεταβληθεί οι διατροφικές μας παραδόσεις αλλά και η ίδια η ζωή.
Ο μουσακάς, οι πίτες, τα ντολμαδάκια και τα μπαχάρια της ξακουστής πολίτικης κουζίνας μάς φέρνουν στον νου τις ιστορίες των γιαγιάδων μας, ενώ η μπομπότα ή, αλλιώς, η πίτα των φτωχών μάς γυρίζει πίσω στη δύσκολη περίοδο της Κατοχής και τις προσπάθειες του ελληνικού λαού για επιβίωση.
Παραδοσιακά ακούσματα μπλεγμένα με ήχους τηγανίσματος και κατσαρόλες που βράζουν, ιστορίες ανθρώπων και συνταγές που όλοι μας έχουμε δοκιμάσει δημιουργούν μια παράσταση φόρο τιμής στα τραπέζια που μας μεγάλωσαν.
Η βασίλισσα των Περσών Άτοσσα, ύστερα από ένα όνειρο που προμήνυε συμφορές για τον γιο της, ενημερώνεται πως ο στρατός της Περσίας καταστράφηκε. Στην εμφάνισή του από τον κάτω κόσμο, ο νεκρός άντρας της, ο Δαρείος, εξηγεί τους λόγους που οδήγησαν στην ήττα και τους προτρέπει να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων.
Στη νέα παραγωγή του έργου ο Αισχύλος συνδιαλέγεται με το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ Ευτυχισμένες μέρες. Η παράσταση δανείζεται την αριστουργηματική σύλληψη του Μπέκετ προκαλώντας ένα εντυπωσιακό μονοθέαμα με αυτούσια την ποίηση του Αισχύλου. Η βασίλισσα των Περσών, ακινητοποιημένη μες σ’ ένα βουνό αναμνήσεων, σταδιακά βυθίζεται μες στο σωρό των τραγικών γεγονότων του παρελθόντος. Πλάι της καθισμένος ο νεκρός σύντροφός της διαβάζει στην εφημερίδα τα ολέθρια νέα.
Η νέα αυτή δημιουργία μάς επιστρέφει στη σκέψη πως το παρελθόν μας είναι αδύνατον ν’ αποκοπεί από το μέλλον μας· ενυπάρχουν και τα δυο αυτούσια μες στο παρόν μας.
Η παράσταση Οι ρίζες της πορτοκαλιάς αποτελεί μια καλλιτεχνική τελετουργία που φέρνει στο προσκήνιο τη γυναικεία εμπειρία ως φορέα μνήμης, αντοχής, δημιουργίας. Παραδοσιακή και ηλεκτρονική μουσική, ζωντανή ερμηνεία, οπτικοακουστικά μέσα και θέατρο σκιών συνδιαλέγονται για να ανασυνθέσουν ιστορίες γυναικών, ιστορίες που επέζησαν, δημιουργώντας έναν ζωντανό οπτικοακουστικό ιστό όπου η σιωπή αποκτά βάρος και η φωνή αναδύεται μέσα από το σώμα.
Η γυναικεία μορφή δεν λειτουργεί μόνο ως σύμβολο αλλά και ως ενεργό υποκείμενο που επανεπινοεί την παράδοση. Εμπνευσμένη από το έργο του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη Γυναίκες που επιστρέφουν και τα χαρακτικά του Φώτη Βάρθη, η παράσταση μετατρέπει την ατομική εμπειρία σε συλλογικό αφήγημα διεκδικώντας εκ νέου τον χώρο της γυναίκας στην ιστορία και την τέχνη, όχι ως σκιώδη ανάμνηση, αλλά ως ζωντανή πνοή που κινεί το μέλλον, μεταμορφώνοντας τη σιωπή σε φωνή και το βίωμα σε πράξη.
Δραματικόν ειδύλλιον εις πράξεις τρεις, μετ’ ασμάτων και χορών ελληνικών
Το δραματικό ειδύλλιο Ο μαγεμένος βοσκός του Σπυρίδωνος Περεσιάδη ζωντανεύει μέσα από μια σύγχρονη, λυρική ανάγνωση που αντλεί έμπνευση από τη μνήμη και την προφορική παράδοση.
Το έργο λειτουργεί ως όχημα για την επιστροφή στην τελετουργία· σε έναν παρελθόντα κόσμο όπου η φύση έχει φωνή και η μαγεία δοκιμάζει την αγάπη. Μέσα από μουσικά μοτίβα, γκροτέσκ μεταμορφώσεις και λαϊκούς ήχους, η παράσταση γίνεται ένας ύμνος στη μνήμη. Με μουσική, τραγούδι, με το σώμα και τις λέξεις, η παράσταση επιχειρεί ένα τελετουργικό ξύπνημα με σκοπό θεατής να ακούσει τη φωνή της φύσης και των μύθων ξανά. Ίσως, σε μια τέτοια βραδιά, στην αυγή του φθινοπώρου, μέσα στο αρχαίο θέατρο και καθώς ο ήλιος δύει να συναντήσουμε κάτι που είχαμε ξεχάσει. Κάτι που μας συνδέει βαθιά με τη γη και τον ουρανό των περασμένων χρόνων. Το παρελθόν γίνεται τόπος νοσταλγίας αλλά και εργαλείο επανεφεύρεσης του παρόντος, παραμένοντας ένα κομμάτι μας που συνεχώς μεταμορφώνεται.
Σημείωμα του σκηνοθέτη:
Πάντα στο αρχαίο θεάτρο νιώθω πως κάτι εκεί επιμένει να μας περιμένει. Όχι σαν φάντασμα ή ανάμνηση· αλλά σαν λόγια που περιμένουν να ειπωθούν. Ένας παλμός κάτω από τις πέτρες, μια ανάσα, το φως του απογεύματος πάνω στα αγριολούλουδα. Ανεβάζοντας τον Μαγεμένο βοσκό του Σπυρίδωνος Περεσιάδη στο αρχαίο θέατρο Σάμου θα έλεγα πως το έργο επιστρέφει εκεί που ανήκει. Είναι συγκινητική η σκέψη πως ένα δραματικό ειδύλλιο του 19ου αιώνα παίζεται στο αρχαίο θέατρο, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς πως το έργο γράφεται όταν ένα έθνος και ένα θέατρο ψάχνουν εναγωνίως τις ρίζες τους. Η νύχτα γίνεται μάρτυρας της αγάπης και το κοινό καθήμενο στο κοίλον αγκαλιάζει τη δράση προσδίδοντας μια αρχέγονη και τελετουργική μα συνάμα λαϊκή και ανθρώπινη διάσταση στην παράσταση. – Γιάννης Σκουρλέτης, bijoux de kant
Τρεις αδελφές επιστρέφουν στο νησί από όπου κατάγονται λόγω κληρονομικών ζητημάτων. Ο πατέρας τους έχει πεθάνει, δεν έχουν πλέον συγγενείς και η ζωή και των τριών είναι αποκλειστικά πλέον στην Αθήνα. Από μικρές ονειρεύονταν τη μεγάλη πόλη, την απόδραση για σπουδές, έρωτες και καλύτερες επαγγελματικές δυνατότητες. Η επιστροφή στο πατρικό τις φέρνει αντιμέτωπες με τη ζωή που έχουν διαλέξει, τις φαντασιώσεις των παιδικών τους χρόνων και τα πρόσωπα της παιδικής τους ηλικίας που τις καθόρισαν.
Αντλώντας έμπνευση από τις Τρεις αδελφές του Τσέχοφ, το νέο έργο προσπαθεί να φωτίσει τις ανησυχίες μιας νέας γενιάς που κατοικεί σε μεγάλα αστικά κέντρα, εργάζεται πολύ, ψάχνει τον έρωτα και εντέλει αναζητά διαρκώς μια Μόσχα για να μπορέσει να υπάρξει.
H παράσταση ΑΙΝΙΓΜΑ αποτελεί μια ακροβατική-θεατρική περφόρμανς. Με πολύτιμα εργαλεία το θέατρο και τα εναέρια ακροβατικά, τρεις ερμηνευτές φέρνουν στο φως τον μύθο του Οιδίποδα. Ο μύθος, μέσα από μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση, ενημερώνει τη δημιουργική ενασχόληση με καίρια υπαρξιακά ζητήματα.
Όλα ξεκινούν και εξελίσσονται στο ακανθώδες πεδίο του Αινίγματος. Η Σφίγγα αιωρείται συνεχώς, υπενθυμίζοντάς μας τη διαρκή σύγκρουση μεταξύ του χάους και της λογικής, του αμετάβλητου πεπρωμένου και της ανθρώπινης βούλησης, τον επώδυνο δρόμο της αναζήτησης της αλήθειας και της αυτογνωσίας. Η Σφίγγα «βαδίζει» πάνω στα συντρίμμια του Οιδίποδα, εκτός και αν συμβαίνει το αντίθετο. Πάντοτε μέσα στα όρια του Αινίγματος που είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ποια είναι τα σημερινά Αινίγματα / Σφίγγες που καλούνται να απαντήσουν οι σημερινοί Άνθρωποι / Οιδίποδες; Ποιος γεννάει τα αινίγματα, το «Τέρας» ή ο Άνθρωπος; Η λύση του Αινίγματος είναι λύτρωση ή ύβρις;
Πώς η σύγχρονη κοινωνία αντιλαμβάνεται την αξία των ιδεών; Μπορεί μια ιδέα να κοστολογηθεί και να πουληθεί, ως ένα πρότυπο ζωής; Με τι όρους και από ποιον καθορίζεται η αξία της;
Ακολουθώντας τη σατιρική διάθεση του πρωτότυπου κειμένου του Λουκιανού Βίων πράσις και τοποθετώντας το κοινό σε θέση αγοραστή, η παράσταση αντιπαραβάλλει τις φιλοσοφικές θεωρίες των αρχαίων στοχαστών με την κουλτούρα των σύγχρονων influencers ερευνώντας τι αντίκτυπο έχει στο παρόν η πνευματική κληρονομιά του παρελθόντος και ποια είναι η τύχη των φιλοσοφικών ιδεών στον σύγχρονο κόσμο και τις μελλοντικές εκδοχές του. Με έντονο σαρκασμό και χιούμορ, με μια ιδιαίτερη συνύπαρξη του αρχαίου και του σύγχρονου, η παράσταση γίνεται ένα φιλοσοφικό ταξίδι που μας καλεί να το επισκεφτούμε, αν όχι ως συνομιλητές, τότε σίγουρα ως καταναλωτές.
Η παράσταση Ο αρχαιολόγος είναι μια φρέσκια, σατιρική και βαθιά χιουμοριστική διασκευή του τολμηρού και αμφιλεγόμενου ομώνυμου έργου του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Σε μια Ελλάδα που αναζητά συνεχώς τη θέση της ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, μια ομάδα ηθοποιών στήνει επί σκηνής μια «ανασκαφή» όχι μόνο στο χώμα, αλλά και στην εθνική μας συνείδηση. Ο θεματικός άξονας του έργου είναι η φράση του Ανδρέα Εμπειρίκου «Η σήμερον ως αύριον και ως χθες».
Το έργο του Καρκαβίτσα γράφτηκε το 1903 σε μια Ελλάδα ταπεινωμένη από την ήττα του 1897, που υπέφερε οικονομικά από συνεχείς πτωχεύσεις και αναζητούσε την ταυτότητά της ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν της κλασικής αρχαιότητας και την επείγουσα ανάγκη να συμβαδίσει με τον τότε πολιτισμένο κόσμο. Το έργο του θεωρήθηκε βλάσφημο γιατί μίλησε με απαξιωτικό τρόπο για τα έργα τέχνης της κλασικής Ελλάδας. Όμως, το έργο του παραμένει επίκαιρο για τη σχέση της τέχνης σήμερα με το παρελθόν αλλά και με το μέλλον.
Η Ηλέκτρα και Ορέστης, δύο νέοι που ζουν στην ελληνική επαρχία του 2025, συνυπάρχουν επί σκηνής με τους ομώνυμους ήρωες του αρχαιοελληνικού μύθου. Και παρόλο που τους χωρίζουν χιλιετίες, εμπλέκονται και οι τέσσερις στην ίδια κοινή δίνη της εκδίκησης και της μητροκτονίας. Δεν μπορούν να διασχίσουν τον χρόνο, όμως η σκέψη τους και η δράση τους με έναν εντελώς αναπάντεχο τρόπο διασταυρώνονται. Το νήμα της μιας ιστορίας πλέκεται στο νήμα της άλλης και οδηγούνται αμφότερες στην εκτροπή. Βασικός συντελεστής του δράματος ο χώρος: οι Πύλες του Άδη. Εκεί όπου ο κόσμος των ζωντανών εκβάλλει στον κόσμο των νεκρών και τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου μένουν αδιευκρίνιστα, ασαφή. Εκεί όπου το περίγραμμα του ζώντος ανθρώπου θολώνει και σμίγει με τις σκιές, τι μπορεί να οδηγήσει κάποιον να θέλει απεγνωσμένα τον θάνατο ενός άλλου για να βρει τη δικαίωση; Και όταν η πράξη συντελεστεί, ακολουθεί όντως η λύτρωση;