Event Category: Θέατρο

Ο θαυματοποιός

Η σκηνή προϋποθέτει πίστη. Μια παράλογη πίστη του περφόρμερ στον εαυτό του, στο τίποτα, στο «άδειο» της σκηνής, στις καρέκλες των θεατών· πίστη στους ίδιους τους θεατές. Αυτοί, έρχονται στο «θέαμα» για να πιστέψουν τα πάντα, μα, ουσιαστικά, για να πιστέψουν τους ανθρώπους της σκηνής. Ο Μπράιαν Φρίελ έγραψε για αυτή την απόλυτη ανάγκη του ανθρώπου για ελπίδα μέσα από μια προμηθεϊκή προτροπή. Πρόθεση της σκηνοθεσίας είναι το έργο, σε όλη τη δραματουργική του ανάπτυξη, να παιχτεί σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές, συχνά ανάμεσά τους, με κινηματογραφική αμεσότητα στην ερμηνεία και με την αίσθηση μιας απογυμνωμένης επαρχιακής γειτονιάς. Η γκάιντα είναι ένα από τα αρχαιότερα πνευστά λαϊκά όργανα της υπαίθρου. Ο τραχύς παραδοσιακός της ήχος ωθεί την αφήγηση να αποκτήσει έναν οικουμενικό χαρακτήρα και μια αδιόρατη σύνδεση με το συλλογικό ασυνείδητο και το πανανθρώπινο τραύμα, όπως εγγράφεται στο σώμα και στη μνήμη της σκηνικής εμπειρίας.

 

*Ευχαριστούμε θερμά τη Βασιλική Σύρμα για την πολύτιμη βοήθεια και συνεισφορά της. 

Κιτ επιβίωσης

Δύο άντρες, παλιοί συμμαθητές και στενοί φίλοι, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια βαθιά κρίση αξιών και ταυτότητας. Η υπαρξιακή αγωνία, οι κρίσεις πανικού, το άγχος και η απογοήτευση έχουν επηρεάσει τη ζωή τους, κάνοντάς τους ανήμπορους να ανταποκριθούν στην καθημερινότητα. Αναζητώντας μια διέξοδο, αποφασίζουν να ταξιδέψουν σε μια επαρχιακή περιοχή της Ελλάδας, με σκοπό να αναθερμάνουν τη φιλία τους και να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή τους. Καθώς απομακρύνονται από τους έντονους ρυθμούς της πόλης, αρχίζουν να ξετυλίγουν τις εμπειρίες, τις απογοητεύσεις και τα χαμένα όνειρά τους. Μέσα από τις συζητήσεις τους οδηγούνται στις σκέψεις του Μάρκου Αυρήλιου και στη στωική φιλοσοφία, αναζητώντας απαντήσεις για την ανθρώπινη ύπαρξη και την ουσία της ζωής. Με φόντο το ελληνικό τοπίο, προσπαθούν να ανακαλύψουν ξανά τι σημαίνει να ζει κανείς ανθρώπινα σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο απάνθρωπος.

Προμηθέας vs Homo

Πίσω, στα βάθη του χρόνου, ο Προμηθέας αποφασίζει να βοηθήσει από οίκτο ένα πλάσμα, μέχρι τότε αόριστο και ασαφές, που ονομάζεται άνθρωπος, προσφέροντάς του δώρα θαυμαστά: συνείδηση της ύπαρξής του, σοφία και γνώση. Τον μετουσιώνει έτσι σε Άνθρωπο. Όμως ένα κακό προαίσθημα καταλαμβάνει τη θεότητα και φοβάται μήπως μετανιώσει για τη δύναμη που χάρισε στον Άνθρωπο, που τώρα πια νιώθει ατρόμητος, ανώτερος απ’ όλα τα υπόλοιπα πλάσματα. Η παράσταση, χρησιμοποιώντας πολλαπλά εργαλεία, θα επιχειρήσει να λειτουργήσει ως καταγραφέας των αρχικών «προγνωστικών» για το ανθρώπινο είδος αλλά και του τελικού αποτυπώματος που αφήνει στη σύγχρονη εποχή. Παράλληλα με τον λόγο και τη θεατρική-σκηνική δράση των ηθοποιών-περφόρμερ αλλά και σε απόλυτη χρονική ταύτιση μαζί τους θα προβάλλεται στην πρόσοψη και σε όλο το μήκος της εμπρόσθιας πλευράς της υπερυψωμένης σκηνής μια πρωτότυπη εικαστική ταινία-ντοκιμαντέρ, η οποία είτε θα ερμηνεύει είτε θα υπονομεύει και άλλοτε θα υπογραμμίζει το κείμενο. Στόχος είναι η δημιουργία ψευδαίσθησης μιας κινούμενης μετόπης και ζωντανών αετωμάτων.

* Τα αποσπάσματα από τον Προμηθέα δεσμώτη του Αισχύλου είναι σε μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη.

Οι Θεοί της Γης

Εμπνευσμένη από το έργο Οι Θεοί της Γης του Χαλίλ Γκιμπράν, η παράσταση προσεγγίζει τη σχέση του ανθρώπου με το θείο με μια λεπτή αίσθηση χιούμορ και ειρωνείας απέναντι στην εξουσία και την ανθρώπινη ματαιότητα. Ποια είναι η σχέση του ανθρώπου με το θείο; Ποιοι είναι οι θεοί που πιστεύουμε, οι γήινοι θεοί της εποχής μας;

Τρεις «θεοί της γης» παρατηρούν τον άνθρωπο και συνομιλούν για τη φύση του: τη φθορά, την αδυναμία και την επιθυμία. Παράλληλα, ένας άνθρωπος στέκεται απέναντί τους μέσα από μια συνεχή διαδικασία σύγκρουσης, λατρείας, αμφισβήτησης και αποδοχής.

Η παράσταση συνδυάζει περφόρμανς και ζωντανή εικαστική δράση, δημιουργώντας ένα τελετουργικό σκηνικό περιβάλλον όπου το σώμα, τα φυσικά υλικά, το φως και η φθορά μεταμορφώνονται διαρκώς. Στον πυρήνα της αναδύεται η αγάπη ως διαρκής δύναμη σχέσης και μεταμόρφωσης· μια παρουσία που διαπερνά τις εντάσεις και τις σιωπές, συνδέοντας τον άνθρωπο με τον εαυτό του και τον κόσμο.

Αντιγόνη: Γεννήθηκα για να αγαπώ

Η παράσταση Αντιγόνη: Γεννήθηκα για να αγαπώ αποτελεί μια σύγχρονη τραγωδία που γεφυρώνει τον αρχαίο μύθο με τη ζώσα ιστορική και κοινωνική εμπειρία. Αφετηρία της είναι η Αντιγόνη του Σοφοκλή, όχι ως αναπαράσταση, αλλά ως διαχρονικό αρχέτυπο ανυπακοής απέναντι στην αδικία. Στη σκηνή, η Αντιγόνη παύει να είναι ένα πρόσωπο και μετατρέπεται σε μια διαρκή παρουσία που επανεμφανίζεται σε διαφορετικές εποχές και συνθήκες. Η μορφή της διασχίζει τον χρόνο και ενσαρκώνεται σε γυναίκες που καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στη σιωπή και τη δράση, ανάμεσα στην ασφάλεια και την ευθύνη. Κάθε παρουσία φωτίζει μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας σύγκρουσης: εκεί όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συγκρούεται με τον φόβο, και η εσωτερική φωνή αντιστέκεται σε κάθε επιβεβλημένο νόμο. Η παράσταση δεν αναπαριστά ηρωισμούς, αλλά αναδεικνύει τη στιγμή της επιλογής: εκεί όπου η αγάπη, η μνήμη και η ευθύνη απέναντι στον άλλον γίνονται πράξη αντίστασης. Ως σύγχρονη σκηνική σύνθεση, λειτουργεί ως πράξη μνήμης και εγρήγορσης, θέτοντας ένα καίριο ερώτημα προς τον θεατή: όταν η αδικία γίνεται κανονικότητα, η σιωπή είναι επιλογή ή συνενοχή;

Αγώνας λόγων

Από τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων στην Τεχνητή Νοημοσύνη

Ένας περφόρμερ μπροστά σε έναν ψηφιακό καθρέφτη, σε μια ψηφιακή εικόνα του εαυτού του. Είναι αληθινή; Τι βλέπει μέσα από το είδωλό του;

Ο Αγώνας λόγων είναι μια σκηνική αντιπαράθεση μεταξύ ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης, μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος, δομημένη με τις αρχές και την αυστηρή τελετουργία των αγώνων λόγων της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας. Με αφετηρία τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων, τον αρχαιότερο αναλογικό υπολογιστή του κόσμου, αντικείμενο-σύμβολο της ανθρώπινης ευφυΐας και φαντασίας, αναπτύσσονται τα επιχειρήματα των δύο πλευρών του καθρέφτη μέσα από κλασικά κείμενα, από την αρχαιότητα ως σήμερα.

Μια πρωτότυπη περφόρμανς με τη μορφή ψηφιακού αναλογίου. Ένας αγώνας χωρίς κριτή, μια συμφωνία χωρίς νικητή.

Δήλος

Στη Δήλο. Σ’ ένα νησί πρώην άδηλο, μα τώρα φανερό, που προσπάθησε να νικήσει τον χρόνο. Τον θάνατο. Μέσα απ’ τον οποίο περνάει η γλώσσα, διατηρώντας τον πυρήνα της απρόσβλητο.

Τώρα τρία σώματα ανθίζουν μουσική. Δίπλα στη θάλασσα. Η θάλασσα, το μόνο επουλωτικό στοιχείο.

Τρία σώματα χορεύουν κάτω απ’ τον ήλιο, πάνω στον βράχο. Μέσα σε μια Ελλάδα, τώρα ξεχειλωμένο συνονθύλευμα τραυμάτων και δανείων. Κυρίως τρόπων ύπαρξης και λιγότερο χρηματικών.

Τρία σώματα μέσα στην περιπέτεια της γλώσσας. Τρία σώματα ανάμεσα σε μια γλώσσα τόσο ενθουσιωδώς φρέσκια αρχαία ελληνική και μια τόσο γερασμένη νέα ελληνική.

Τρία σώματα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση. Πάνω στο μάρμαρο. Πάνω σε τόπο προσευχής.

Η πλατεία μικραίνει

Στην παράσταση Η πλατεία μικραίνει, ο χρόνος συμπυκνώνεται και οι μνήμες ζωντανεύουν σε έναν σκηνικό χώρο που πάλλεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Το έργο, με οδηγό μια βαθιά ανθρώπινη αφήγηση, αγγίζει την εύθραυστη φύση της μνήμης και τη σιωπηλή δύναμη της απώλειας. Η μουσική επί σκηνής δεν συνοδεύει απλώς, αλλά αφηγείται, συνομιλεί και καθοδηγεί τη συναισθηματική διαδρομή του θεατή. Με λιτές εικόνες και έντονη ερμηνευτική παρουσία, δημιουργείται ένας οικείος κόσμος όπου κάθε θεατής αναγνωρίζει κάτι δικό του. Η παράσταση γίνεται μια εμπειρία μοιρασμένη, μια υπενθύμιση ότι, ακόμη κι όταν η «πλατεία μικραίνει», η ανάγκη για σύνδεση παραμένει ζωντανή.

ΑΝΟΙΞΗ: Τα κορίτσια της Εξόδου

Υπάρχει αντρικός και γυναικείος «προορισμός», έμφυλες κλίσεις και ταλέντα; Είναι οι θετικές επιστήμες, η φαρμακευτική, η αρχιτεκτονική, η αστροφυσική κατάλληλες για κορίτσια;

Άνοιξη 1960, Μεσολόγγι. Μια ομάδα μαθητριών του Γυμνασίου Θηλέων διασχίζει τους δρόμους της πόλης αντιδρώντας στην ίδρυση Πρακτικού Γυμνασίου αποκλειστικά στο Αρρένων που θα απέκλειε τις ίδιες από τα μαθήματα θετικής κατεύθυνσης. Μια ιστορία γυναικών που γεννήθηκαν στην ελληνική περιφέρεια μετά το τέλος του Πολέμου, πάνω στο ξέσπασμα του Εμφυλίου, και οραματίστηκαν για τον εαυτό τους μια ζωή ισότιμη με τους άντρες. Κορίτσια αυτόφωτα και γι’ αυτό παράξενα για την εποχή τους αλλά και για τη δική μας, με τους έμφυλους ρόλους να ορίζουν ακόμα, παρά τον επιδερμικό τους μετασχηματισμό, το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα. Ένα έργο για τη νιότη και τα ταλέντα που η φύση κρύβει μέσα στους ανθρώπους αδιαφορώντας για τόπο, χρόνο, φύλο ή κοινωνικά ήθη. Μια πρωτότυπη παράσταση εμπνευσμένη από αληθινές (κι αληθινά ελληνικές) ιστορίες

 

* Οι σχολικές στολές των μαθητριών είναι ευγενική χορηγία του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. 

Ανολοκλήρωτα ποιήματα (Poèmes inachevés)

Στα ερείπια ενός παλιού θερινού κινηματογράφου.
Εκεί κατοικεί μια Γυναίκα. Αρνείται να τον εγκαταλείψει.
Ίσως ξεπήδησε από την οθόνη.
Ίσως ζούσε από πάντα εδώ, σε αυτό το μεταίχμιο μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας.
Φροντίστρια και φάντασμα μαζί.
Επίμονα, υπομονετικά, και στα μάτια μας μάταια, μοιάζει να προσπαθεί να κρατήσει στη ζωή κάτι/κάποιον που φεύγει. Που έχει φύγει ήδη.
Χαρακτήρας. Ηθοποιός. Δημιουργός. Έργο τέχνης. Έργο της φύσης, Άνθρωπος.

Πού πάνε οι ιδέες που δεν πρόλαβαν να πάρουν οριστικό σχήμα; Οι ταινίες, οι ζωγραφικοί πίνακες, οι παρτιτούρες, τα θεατρικά έργα, τα βιβλία, τα ποιήματα που δεν ολοκληρώθηκαν; Και οι άνθρωποι που φεύγουν, πού πηγαίνουν; Τι γίνονται οι απολογισμοί που δεν έκλεισαν; Οι αποχαιρετισμοί που δεν έγιναν αγκαλιές; Μπορεί το ίχνος των απόντων να κατοικήσει το παρόν μας, ανοίγοντας ένα παράθυρο για να κοιτάξουμε στα μάτια το μέλλον;

Tα Ανολοκλήρωτα Ποιήματα (Poèmes Inachevés) είναι μια παράσταση – ποιητική σκηνική σύνθεση που εμπνέεται από το ανολοκλήρωτο της καλλιτεχνικής δημιουργίας: από όλα εκείνα που μένουν σε εκκρεμότητα, κι όμως συνεχίζουν να τροφοδοτούν ως καύσιμη ύλη την τέχνη και την ίδια τη ζωή.

Μέσα από μια θραυσματική δραματουργία, οι λέξεις που άφησαν σε εκκρεμότητα οι μεγάλοι «ποιητές» – οι εικόνες, οι ήχοι, οι στίχοι, οι στοχασμοί – τρυπώνουν στις ρωγμές του σώματος της παράστασης και αναμετρώνται με την υπαρξιακή, καλλιτεχνική και πολιτική αγωνία της ζωής που φθείρεται, τελειώνει, ψηλαφώντας παράλληλα την παρηγορητική, ουμανιστική διάσταση της τέχνης.

 

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πότε τελειώνει ένα έργο τέχνης; Ολοκληρώνεται ποτέ; Αυτό το ερώτημα στάθηκε το δραματουργικό εκκρεμές της παράστασης Ανολοκλήρωτα Ποιήματα (Poèmes Inachevés) — όχι ως θεωρητική αισθητική απορία, αλλά ως υπαρξιακός αναστοχασμός.

Ο Picasso έλεγε πως μπορείς να αφήσεις στην άκρη έναν πίνακα και να υποσχεθείς στον εαυτό σου ότι δεν θα τον ξαναγγίξεις, όμως δεν μπορείς ποτέ να γράψεις τη λέξη τέλος. Το non-finito, το ημιτελές, το ατελείωτο, γίνεται αντιληπτό όχι ως έλλειψη ή αδυναμία ή αστοχία, αλλά ως τρόπος να υπάρχεις. Είναι μια δημιουργική και οντολογική επιλογή. Μια μορφή αντίστασης απέναντι στο τετελεσμένο, το οριστικό, το αμετάκλητο. Και ταυτόχρονα μια ερωτική επιστολή στην ανατροπή, το ελάττωμα, τη φθορά: σε ό,τι τελικά παραμένει ανοιχτό στις πιθανότητες, ελεύθερο, ανυπότακτο. Εκείνο που δεν τελείωσε συνεχίζει να ζει σαν ανεκπλήρωτη επιθυμία — όχι μελαγχολική, αλλά βαθιά ανθρώπινη.

Τα Ανολοκλήρωτα Ποιήματα (Poèmes Inachevés) δεν έχουν αρχή ούτε τέλος. Έχουν ρωγμές. Κι εκεί, μέσα σ’ αυτές τις ρωγμές, η ζωή συνεχίζεται επειδή δεν ξέρει τι άλλο να κάνει..

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.