Μια παράσταση-ντοκουμέντο για τις φυλακές του Ναυπλίου, «ανθρώπινα μνημεία της σύγχρονης ιστορίας», στο Φρούριο του Παλαμηδίου, στον Προμαχώνα του Αγίου Αντρέα που υπήρξε ο χώρος των πρώτων φυλακών μετά την απελευθέρωση από τους Οθωμανούς.
Το Ναύπλιο, μια πόλη με μεγάλη και πλούσια ιστορία, κατοικείται συνεχώς και αδιαλείπτως από την προϊστορία έως και σήμερα και ζει απόλυτα συνδεδεμένη με το ιστορικό της παρελθόν.
Η παράσταση βασίζεται σε μαρτυρίες κρατουμένων, ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα, τα οποία δραματοποιούνται και παρουσιάζονται πρώτη φορά επί σκηνής. Τα κείμενα καταγράφουν τη ζωή των φυλακισμένων, αποτυπώνοντας κομμάτια της σύγχρονης ιστορίας, καθώς καλύπτουν μια μεγάλη χρονική περίοδο, από το 1830 έως το 1970. Παραδοσιακά και ρεμπέτικα τραγούδια ακούγονται σε ζωντανή εκτέλεση. Το θέαμα συμπληρώνουν προβολές από σπάνιο φωτογραφικό υλικό και γκραβούρες.
«Εν αρχή ην ο μύθος» γράφει η Monique Piettre, παραφράζοντας την αρχική φράση του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου: «Εν αρχή ην ο Λόγος». Οι μύθοι είναι ένας τρόπος ώστε οι άνθρωποι να διατηρήσουν σπουδαίες αλήθειες και συλλογικά βιώματα ως ζωντανές μνήμες στο παρόν. Ο υπνοβάτης, το βραβευμένο μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου, είναι μια μυθική εκδοχή της άγριας αλλά και με εγγενές χιούμορ ελληνικής πραγματικότητας. Έξι ηθοποιοί, μέσα από μια ανασκαφή, φέρνουν στο φως όχι μόνο ευρήματα αρχαιολογικά, αλλά και ιστορίες, στερεότυπα, θρησκευτικές αλυσίδες. Εγκλωβίζονται σε ένα ελληνικό νησί, ώσπου να τους αφανίσει ο έρωτας και ο ήλιος. Είναι η ελληνική εκδοχή του Πύργου της Βαβέλ, διασκευασμένη για το θέατρο.
H bijoux de kant συναντά το ηρωικό δράμα του Αθανάσιου Χριστόπουλου Αχιλλεύς (1804), για να διερευνήσει την έννοια της ελληνικότητας και της συλλογικότητας μέσα από τον μύθο της οργής του Αχιλλέα απέναντι στον Αγαμέμνονα. Η πλεονεκτική συμπεριφορά του πρώτου από τη μια και η περηφάνια και ο εγωισμός του δεύτερου από την άλλη, θέτουν σε κίνδυνο τις δυνάμεις του ελληνικού στρατεύματος και την επιτυχή έκβαση του Τρωικού Πολέμου έως ότου έρθει η πολυπόθητη συμφιλίωσή τους. Ανασυνθέτοντας τα υλικά μιας «παλιάς θεατρικότητας», καταδυόμενη στις ρίζες του νεοελληνικού λόγου και της αρχαιοελληνικής μυθολογίας, η bijoux de kant προσεγγίζει το ηρωικό δράμα μέσα από μια γλυκόπικρη αίσθηση αλλά και συγχρόνως με μια κωμική και ανάλαφρη ματιά, θίγοντας μερικά από τα βασικότερα ζητήματα της νεοελληνικής ιστορίας.
Κατώφλι: ένα όριο που συνδέει και ταυτόχρονα χωρίζει αντίθετους κόσμους. Η ομάδα No Man’s Land Rabbits – NMLR εμπνευσμένη από το συγγραφικό έργο του αρχιτέκτονα Σταύρου Σταυρίδη συνδημιουργεί μια πρωτότυπη δραματουργία με πυρήνα το κατώφλι ως μηχανισμό αλλαγής. Κατώφλι γίνεται το μπαλκόνι που –στην πιο γνωστή ερωτική σκηνή όλων των εποχών– δίνει τη δυνατότητα στους δυο ερωτευμένους να συναντηθούν. Κατώφλι γίνεται μια γειτονιά. Τα παιχνίδια που φιλοξενεί. Η έξοδος του σαλιγκαριού από το περίκλειστο κέλυφός του. Κατώφλι προς την απελευθέρωση γίνεται η επικοινωνία. Διανύοντας το κατώφλι, συνειδητοποιείς ότι τα πράγματα αλλάζουν. Ή θα μπορούσαν να είναι κι αλλιώς.
Η παράσταση παίρνει τον τίτλο της από το ομώνυμο βιβλίο του Σπύρου Α. Σκιαδαρέση. Με τις δικές του ιστορίες συναντιούνται τα μυστήρια κι οι στοχασμοί του Ανδρέα Λασκαράτου. Ο Σκιαδαρέσης, με σεβασμό στην κεφαλονίτικη πνευματική ιδιοτυπία, εμπνέεται από τη ζωή και την παράδοση. Όλες του οι Ιστορίες έχουν κάποιον πυρήνα αληθινό. Με γλώσσα ιδιωματική, περιγράφει έθιμα, τόπους κι ανθρώπους της Κεφαλονιάς του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Αντίστοιχα, ο Λασκαράτος, πνεύμα ανυπότακτο και μυαλό διεισδυτικό, άλλοτε διακωμωδεί κι άλλοτε καταγγέλλει τα κοινωνικά ήθη των συμπατριωτών του, με όπλα το ολόδροσο χιούμορ, τη σάτιρα και την πνευματική του οξυδέρκεια. Με τη μουσική της παράστασης να εκτελείται ζωντανά στη σκηνή από τον συνθέτη και τους ηθοποιούς, τα έργα των δύο συγγραφέων ζωντανεύουν στο Κάστρο Αγίου Γεωργίου, συνομιλώντας με την επτανησιακή παράδοση και το σήμερα.
Με αφορμή τον θεματικό άξονα «Μυθολογία», διατρέχοντας την τέχνη του θεάτρου και της φωτογραφίας επιχειρείται μια παραστατική ερμηνεία, συνδυάζοντας τον μύθο του Ησίοδου με τα διαχρονικά δεινά της ανθρωπότητας. Το κουτί της Πανδώρας πραγματεύεται τη διασπορά των δεινών στον κόσμο λόγω λανθασμένων επιλογών είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, και λειτουργεί ως αφορμή για ενδοσκόπηση και επαναπροσδιορισμό των αξιών. Οι σύγχρονες «συμφορές» που επηρεάζουν τη ζωή όλων και ιδιαίτερα των εφήβων γίνονται αφορμή για νέα σκέψη που θα δώσει ελπίδα στην ανθρωπότητα. Δύο γυναίκες μοιράζονται και ανταγωνίζονται για τον χώρο τους σ’ ένα δυστοπικό περιβάλλον και κινούνται ανάμεσα στον μύθο, στην ιστορία και στη δική τους πραγματικότητα, με αφορμή εικόνες-φωτογραφίες που ανασύρουν δυσάρεστες καταστάσεις και ήχους-ντοκουμέντα που διατρέχουν την ιστορία και ακούγονται μέσα από ένα τρανζίστορ, που λειτουργεί ως σύγχρονο Κουτί της Πανδώρας. Με βάση το αφηγηματικό θέατρο δημιουργείται μια παράσταση που συνδέει το αρχαίο μνημείο και τον μύθο με σύγχρονες απεικονίσεις.
Μια υψιστρεφής πορεία βίαιης ενηλικίωσης. Μια καταβύθιση στα σκοτάδια του μυθικού «εγώ». Με αφορμή την αποσπασματικά σωζόμενη τραγωδία «Φαέθων», ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Μάρκελλος καταθέτει ένα μεταδραματικό παραστασιακό εγχείρημα όπου το σπαραγμένο έργο του Ευριπίδη, θραύσμα ενός ευρύτερου διακειμενικού ψηφιδωτού Λόγου και Μουσικής, είναι μόνο η πρώτη συλλαβή μιας πολυσυλλεκτικής Χορικής επιτέλεσης με άξονές της την επιθυμία για το ανέφικτο και το πιθανό κόστος της υπέρβασης. Οι προεκτάσεις του Μύθου του Φαέθοντα και η ασύνδετη πλοκή του ομώνυμου ευριπίδειου έργου συνευρίσκονται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο διαλόγου, όπου τα πρόσωπα και τα κίνητρα του δράματος υποκαθιστούν η διασπορά του νοήματος και η αυτοαναφορικότητα. Ο μύθος του Φαέθοντα, τελικά, «ανασυστήνεται» με την αρωγή της αληθινής ζωής, και η ζωή ομολογεί τον Μύθο προσδοκώντας ένα καινούργιο –και εφικτό– είδος Κάθαρσης.
Ένα «ζουρ φιξ» σε ένα αυτοσχέδιο πάρκο τσέπης. Τέσσερις γυναίκες με τα φώτα και τους ήχους της πόλης λίγο μακριά. Οι δύο κάνουν πρόβα μουσικής. Οι άλλες δύο μιλάνε μεταξύ τους. Τέσσερις γυναίκες που, μετά από έναν παρατεταμένο εγκλεισμό, έχουν ανάγκη να βρουν ένα νέο περπάτημα. Μια συνάντηση που ξεκινάει με 2 καπέλα για πάρτι και καταλήγει σε ένα μοίρασμα: βιώματα, κίνηση, πότισμα, παιχνίδι, βία, τραγούδι, σοκολάτες, αγκαλιά. Ένα βράδυ αφιερωμένο στην καθημερινότητα που ξεκινάει πάλι, στο «κανονικό» που ποτέ δεν είναι, στην πόλη που δεν αγαπάει τα κορίτσια, στο πώς είναι να είσαι γυναίκα σε μια κοινωνία φτιαγμένη από άνδρες. Μια εξομολόγηση για τις ζωές που έζησαν, από τα κορίτσια που σουλατσάρουν, σε αυτά που θέλουν αλλά δεν τα κάνουν… ακόμα.
Όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν, η ανθρώπινη φύση αναζητά πάντα κάποιον ένοχο. Από τον Οιδίποδα ακόμα, ο άνθρωπος εκλάμβανε την επιδημία ως τιμωρία και αναζητούσε την εξιλέωση. Τα χαρακτηριστικά, που σε περιόδους εγκλεισμού, ασθένειας ή απειλής αναδύονται στην επιφάνεια, είναι ίδια από την εποχή του Λοιμού των Αθηνών (5ος αι. π.Χ.), και είναι όλα εκείνα που ο πολιτισμός πάσχιζε σε βάθος χρόνου να εξευγενίσει. Η παράσταση είναι βασισμένη στο διήγημα του Γενς Πέτερ Γιάκομπσεν «Η πανούκλα στο Μπέργκαμο», το οποίο, με αφορμή την επιδημία της πανούκλας στον Μεσαίωνα, βυθίζεται στις σκοτεινές πτυχές αυτής της ακραίας κοινωνικής κρίσης, θέτοντας ξανά το ερώτημα της συνύπαρξης των ανθρώπων σε στιγμές μεγάλης έντασης.
Η πιο άγρια «αδικοθανατισμένη» από όλες τις «αδικοθανατισμένες» που συναντάμε στις παραλογές είναι αναμφισβήτητα η «Λυγερή» του Γεφυριού της Άρτας, ή αλλιώς «του Πρωτομάστορα η όμορφη γυναίκα». Εκείνη που ποτέ δεν ρωτήθηκε αν θα δεχόταν να χτιστεί ζωντανή για να στεριώσει το περίφημο γεφύρι. Εκείνη που με δόλο παρασύρθηκε και θυσιάστηκε για το γενικό καλό… Η παραλογή του «Γιοφυριού της Άρτας» γίνεται όχημα για να μιλήσουμε για τα ήθη που αποτυπώνονται σε όλες τις παραλογές και που θέλουν τη γυναίκα να καταπνίγει και να θυσιάζει τις επιθυμίες της, ακόμα και την ίδια τη ζωή της, στον βωμό της οικογένειας, της κοινωνίας, της «τιμής». Ήθη που αφορούν έναν κόσμο σκοτεινό και βίαιο, με αυστηρά καθορισμένους κανόνες και κοινωνικούς ρόλους από τους οποίους κανένα φύλο δεν μπορεί να ξεφύγει. Έναν κόσμο μακρινό, ή μήπως κοντινό μας…