Το έργο Κοινή ανάσα είναι μια σύγχρονη μουσικοαφηγηματική σύνθεση για δέκα χάλκινα πνευστά, κρουστά και αφηγητή, με πρωτότυπη μουσική του Ορέστη Παπαϊωάννου. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται η έννοια της αναπνοής ως κοινού παρονομαστή της ανθρώπινης εμπειρίας: ζωή, λόγος, μνήμη και συλλογικότητα.
Μέσα από διαδοχικές ενότητες, η παράσταση αναπτύσσει έναν διάλογο ανάμεσα στη σύγχρονη δημιουργία και την πολιτιστική κληρονομιά, ενσωματώνοντας διακριτικές αναφορές στο κλασικό ρεπερτόριο. Ο αφηγητής λειτουργεί ως συνδετικός ιστός, υφαίνοντας μια ποιητική ροή λόγου που ενεργοποιεί τη μουσική ως πράξη συλλογικής παρουσίας.
Σχεδιασμένη για αρχαιολογικούς χώρους, η παράσταση αξιοποιεί τη φυσική ακουστική και τη συμβολική δύναμη του τόπου, προτείνοντας μια τελετουργική εμπειρία ακρόασης.
Η Κοινή ανάσα αναδεικνύει την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της έννοιας του «ανθρώπινου» μέσα από τη συνύπαρξη και τον κοινό ρυθμό.
Η μαύρη κωμωδία Η γειτονιά αναδεικνύει την αποξένωση που έχουν φέρει οι νέες τεχνολογίες στη ζωή των εφήβων και τις επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη επικοινωνία. Έξι νέοι, απομονωμένοι στα μπαλκόνια μιας πολυκατοικίας, συνυπάρχουν χωρίς ουσιαστική επαφή, επικοινωνώντας αποκλειστικά μέσω διαδικτύου και αγνοώντας τον άμεσο περίγυρό τους. Η καθημερινότητά τους διαμορφώνεται μέσα από οθόνες και ψηφιακές αλληλεπιδράσεις, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση σύνδεσης. Όταν μια ξαφνική διακοπή του δικτύου ανατρέπει αυτή τη συνθήκη, καλούνται να έρθουν αντιμέτωποι με την πραγματική παρουσία των άλλων, αποκαλύπτοντας τα όρια της ψηφιακής επικοινωνίας.
Η ομάδα Contratiempo ζωντανεύει το παραμύθι Ένας άνθρωπος από μέταλλο του βραβευμένου συγγραφέα Νίκου Αντωνίου, σε μια παράσταση με πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις, τραγούδια και σύγχρονο χορό.
Ο Μάρκος έχει ανακαλύψει έναν μαγικό τρόπο να ταξιδεύει τα βράδια: η σχολική του τσάντα γίνεται το ιπτάμενο μέσο που τον πάει όπου επιθυμεί. Όταν επισκέπτεται έναν μικρό πλανήτη, γνωρίζει δυο παράξενα μεταλλικά πλάσματα, τον Σεν και τον Έπι. Οι τρεις τους κατευθύνονται προς την πόλη· εκεί ο Σεν έχει να εκπληρώσει μια περίεργη αποστολή, που όταν τη μαθαίνει ο Μάρκος αναστατώνεται πολύ. Ο Σεν πιστεύει ότι είναι και αυτός άνθρωπος, επειδή –όπως και ο Μάρκος– έχει δυο χέρια, δυο πόδια και δυο μάτια. Είναι όμως η εμφάνιση που καθορίζει το ανθρώπινο είδος ή μήπως είναι κάτι άλλο; Μέσα από μια ξεχωριστή θεατρική περιπέτεια στο διάστημα θα εξερευνήσουμε όλα όσα μας χωρίζουν από το μη ανθρώπινο: τη φροντίδα, την αλληλοβοήθεια, τη δικαιοσύνη.
Η παράσταση Αντιγόνη: Γεννήθηκα για να αγαπώ αποτελεί μια σύγχρονη τραγωδία που γεφυρώνει τον αρχαίο μύθο με τη ζώσα ιστορική και κοινωνική εμπειρία. Αφετηρία της είναι η Αντιγόνη του Σοφοκλή, όχι ως αναπαράσταση, αλλά ως διαχρονικό αρχέτυπο ανυπακοής απέναντι στην αδικία. Στη σκηνή, η Αντιγόνη παύει να είναι ένα πρόσωπο και μετατρέπεται σε μια διαρκή παρουσία που επανεμφανίζεται σε διαφορετικές εποχές και συνθήκες. Η μορφή της διασχίζει τον χρόνο και ενσαρκώνεται σε γυναίκες που καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στη σιωπή και τη δράση, ανάμεσα στην ασφάλεια και την ευθύνη. Κάθε παρουσία φωτίζει μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας σύγκρουσης: εκεί όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συγκρούεται με τον φόβο, και η εσωτερική φωνή αντιστέκεται σε κάθε επιβεβλημένο νόμο. Η παράσταση δεν αναπαριστά ηρωισμούς, αλλά αναδεικνύει τη στιγμή της επιλογής: εκεί όπου η αγάπη, η μνήμη και η ευθύνη απέναντι στον άλλον γίνονται πράξη αντίστασης. Ως σύγχρονη σκηνική σύνθεση, λειτουργεί ως πράξη μνήμης και εγρήγορσης, θέτοντας ένα καίριο ερώτημα προς τον θεατή: όταν η αδικία γίνεται κανονικότητα, η σιωπή είναι επιλογή ή συνενοχή;
Ο Μανώλης Μητσιάς κάλεσε την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την κορυφαία Ελληνίδα ηθοποιό, να αποδώσουν μαζί τραγούδια που συνθέτουν τη συλλογική μας μνήμη και την εμψυχώνουν στους καλούς και στους σημερινούς δυστοπικούς καιρούς. Ένα αφιέρωμα από καρδιάς στους ποιητές των τραγουδιών και μέσα από αυτό μια ολοκάθαρη μουσική διαδρομή στην ιστορία και τον πολιτισμό της νεότερης Ελλάδας.
O αξεπέραστος Μανώλης Μητσιάς συναντιέται στη σκηνή με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, η οποία απαγγέλλει στίχους των ποιητών και τραγουδά για πρώτη φορά επί σκηνής. Τραγούδια σε στίχους των Νίκου Γκάτσου, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργου Σεφέρη, Γιάννη Ρίτσου, Μάνου Ελευθερίου, Λευτέρη Παπαδόπουλου, των ποιητών που έδωσαν τον κανόνα του καλού ελληνικού τραγουδιού.
Τρεις αδελφές επιστρέφουν στο νησί από όπου κατάγονται λόγω κληρονομικών ζητημάτων. Ο πατέρας τους έχει πεθάνει, δεν έχουν πλέον συγγενείς και η ζωή και των τριών είναι αποκλειστικά πλέον στην Αθήνα. Από μικρές ονειρεύονταν τη μεγάλη πόλη, την απόδραση για σπουδές, έρωτες και καλύτερες επαγγελματικές δυνατότητες. Η επιστροφή στο πατρικό τις φέρνει αντιμέτωπες με τη ζωή που έχουν διαλέξει, τις φαντασιώσεις των παιδικών τους χρόνων και τα πρόσωπα της παιδικής τους ηλικίας που τις καθόρισαν.
Αντλώντας έμπνευση από τις Τρεις αδελφές του Τσέχοφ, το νέο έργο προσπαθεί να φωτίσει τις ανησυχίες μιας νέας γενιάς που κατοικεί σε μεγάλα αστικά κέντρα, εργάζεται πολύ, ψάχνει τον έρωτα και εντέλει αναζητά διαρκώς μια Μόσχα για να μπορέσει να υπάρξει.
Μια παράσταση που χρησιμοποιεί τον χώρο ως ζωντανό παρατηρητή της ροής του χρόνου. Τρεις γενιές ερμηνευτών συμβολίζουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, σε πραγματικό αλλά και φανταστικό χρονικό ορίζοντα. Αλληλεπιδρούν σε έναν κοινό χώρο, μορφοποιώντας και μεταλλάσσοντάς τον, προσθέτοντας και καταστρέφοντας στοιχεία του. Ο χρόνος παρατηρείται μέσα από τη γη, μέσα από τον χώρο. Η μουσική έρχεται ως ένα βασικό στοιχείο της παράστασης να παίξει τον ρόλο του χρόνου και να επηρεάσει τα γενόμενα άμεσα και ουσιαστικά. Η ζωντανή παραγωγή της συνδιαλέγεται με τις κινήσεις των ερμηνευτριών καθώς πλάθει και πλάθεται συνδεδεμένη με τη δράση τους. Η δομή της παράστασης είναι βασισμένη στον φιλοσοφικό ταοϊσμό, προσθέτοντας στον σκηνικό χώρο, τη χορογραφία και τη δραματουργία έναν επιπλέον κεντρικό άξονα παράλληλα με τον χρόνο.
Στο αριστούργημα του Διονυσίου Σολωμού, «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», την ιστορία οραματίζεται και αφηγείται ο Διονύσιος Ιερομόναχος και το κύριο πρόσωπο είναι μια γυναίκα υψηλής τάξης, που διακρίνεται για την εξωτερική και εσωτερική της ασχήμια. Απαξιωτική προς τον αγώνα, σκληρή απέναντι στις Μεσολογγίτισσες, γεμάτη φθόνο και μίσος. Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από την εκτρωματική αυτή μορφή; Σάτιρα ή και πολιτική αλληγορία; Η Γυναίκα μπορεί να συμβολίζει την εμφύλια Διχόνοια, τις φατρίες και τα προσωπικά συμφέροντα που οδήγησαν την Ελληνική Επανάσταση στον αφανισμό – και που… ακόμα τυραννούν τον τόπο; Ή μήπως είναι και υπαρξιακή αναζήτηση; Η Γυναίκα σαν alter ego του αφηγητή Διονυσίου Ιερομονάχου, σαν alter ego του ίδιου του Σολωμού, καθρεφτίζει την σκοτεινή όψη της ανθρώπινης ψυχής, την άβυσσο της ψυχής του καθενός μας. Την «κόλαση», ενώ παρακεί φωτίζεται αδρά το λιγοστό παραδείσιο φως που εκπέμπουν όσοι εξυψώνονται ηθικά, σαν τους Μεσολογγίτες και, κυρίως, τις Μεσολογγίτισσες. Θα υπάρξει λύτρωση; Όταν τα αποσπάσματα του Σολωμού συναντούν τα ερείπια του Ζακυνθινού κάστρου. Μία σκηνική σύνθεση λέξεων ήχων, σύγχρονης μουσικής, εκκλησιαστικών μουσικών στοιχείων μελισματικού λόγου. Μια σύνθεση, κινήσεων, εικόνων, νοημάτων εμπνευσμένων από το πολύσημο Σολωμικό αριστούργημα.
Η παράσταση παίρνει τον τίτλο της από το ομώνυμο βιβλίο του Σπύρου Α. Σκιαδαρέση. Με τις δικές του ιστορίες συναντιούνται τα μυστήρια κι οι στοχασμοί του Ανδρέα Λασκαράτου. Ο Σκιαδαρέσης, με σεβασμό στην κεφαλονίτικη πνευματική ιδιοτυπία, εμπνέεται από τη ζωή και την παράδοση. Όλες του οι Ιστορίες έχουν κάποιον πυρήνα αληθινό. Με γλώσσα ιδιωματική, περιγράφει έθιμα, τόπους κι ανθρώπους της Κεφαλονιάς του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Αντίστοιχα, ο Λασκαράτος, πνεύμα ανυπότακτο και μυαλό διεισδυτικό, άλλοτε διακωμωδεί κι άλλοτε καταγγέλλει τα κοινωνικά ήθη των συμπατριωτών του, με όπλα το ολόδροσο χιούμορ, τη σάτιρα και την πνευματική του οξυδέρκεια. Με τη μουσική της παράστασης να εκτελείται ζωντανά στη σκηνή από τον συνθέτη και τους ηθοποιούς, τα έργα των δύο συγγραφέων ζωντανεύουν στο Κάστρο Αγίου Γεωργίου, συνομιλώντας με την επτανησιακή παράδοση και το σήμερα.
Μια ομάδα ηθοποιών, ένας σύγχρονος «χορός», επιχειρεί να (ανα)συνθέσει μια καταιγιστική και εν τω άμα τελετουργική μουσικοθεατρική παράσταση / αφήγηση για τη Σμύρνη, το διαμάντι της Ανατολής. Πώς αφανίζεται μια πολύβουη πολυπολιτισμική πόλη από την έξαρση των εθνικισμών, τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, την καλλιέργεια των παθών, την αμετροέπεια, τον κοντόφθαλμο μικροκομματισμό και τον πανταχού παρόντα διχασμό.
Πάνω σε ένα κείμενο πρωτότυπης γραφής που συντίθεται από μετάπλαση/κολλάζ αφηγήσεων, θραύσματα της μικρασιατικής ιστορίας ,ντοκουμέντα, δημιουργείται μια παράσταση μεικτού ύφους, όπου το τραγικό εμπλέκεται με το χιούμορ, την σάτιρα, τον Καραγκιόζη, την χορική απαγγελία.
Οι θεματικές της Ύβρεως, η Άτη – το σκοτάδι της πλάνης, βρίσκουν σε τούτο το βαθύ και ανεπούλωτο τραύμα γόνιμο έδαφος. Μα η ανελέητη μεταστροφή της τύχης επί τα χείρω, η Νέμεσις, η τραγική μοίρα χτυπά κυρίως τους Μικρασιάτες χριστιανούς…