Τρία φωνητικά σύνολα, οι Ισοκράτισσες από την Ελλάδα, το Lot Kurbeti από την Αλβανία και το Abagar Quartet από τη Βουλγαρία, προσκεκλημένα από τη WOMO και το γυναικείο φωνητικό σύνολο CHÓRES, δίνουν το δικό τους στίγμα στη μουσική παράσταση BALKANIA ξεδιπλώνοντας την εκφραστικότητα και την αισθητική τους μέσα από τις τοπικές μουσικές τους παραδόσεις.
Η επιλογή του ρεπερτορίου σκοπεύει να αναδείξει σημεία τομής μα και αντίθεσης ανάμεσά τους, που θα σκιαγραφήσουν έναν πολύμορφο καμβά βαλκανικών χρωμάτων και πολυφωνικών υφών. Στα συγκρουσιακά στοιχεία συγκαταλέγονται η ανάδειξη, διάκριση και επισήμανση της εκάστοτε εθνικής ταυτότητας με φορέα τη γλώσσα, τις διαφορές στη μουσική δομή, στα όργανα, στις λεπτομέρειες της εκτέλεσης, στην αισθητική.
Με τις ιδιαιτερότητες και επιρροές της κάθε μουσικής παράδοσης να εμπεριέχουν το ιστορικό υπόβαθρο, τα σκληρά βιώματα της συλλογικής μνήμης των εν λόγω εθνών κατά τον 20ό αιώνα, καθώς και την πολιτική βούληση (που όρισε τόσο τη μορφή όσο και τη λειτουργία των παραδόσεων αυτών στον έξω κόσμο), η συναυλία, σε ένα πλαίσιο πολιτιστικής ανταλλαγής, δίνει χώρο στις διαφορές που τονίζουν τη μουσική ποικιλομορφία, τη διαφοροποίηση και τις μοναδικότητες κάθε περιοχής.
Σύγκρουση είναι η κατάσταση στην οποία εμπλέκονται άτομα ή ομάδες όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ τους. Η διαφορά μπορεί να είναι πραγματική ή συμβολική και να πάρει τη μορφή πολιτισμικών και κοινωνικών κανόνων, στόχων και προσδοκιών, αξιών, ενδιαφερόντων, πεποιθήσεων, αντιλήψεων, απόψεων και συμφερόντων. Η αναπηρία και το ανάπηρο σώμα είναι από μόνα τους ξένα, άγνωστα και γι’ αυτό συγκρουσιακά. Εδώ ακριβώς ξεκινάει η σύγκρουση. Το άγνωστο φοβίζει, απειλεί τη συνοχή της ταυτότητας και δημιουργεί ρωγμή στο κυρίαρχο κανονιστικό περιβάλλον. Φαίνεται πως η DAGIPOLI DANCE Co., στα είκοσι χρόνια της ενεργής πορείας της (που γιορτάζονται αυτή τη χρονιά), έχει δημιουργήσει τη ρωγμή, που είναι προϋπόθεση για να έρθει μια απαραίτητη αλλαγή. Η σύγκρουση είναι η αρχή και το μέσο για ν’ αλλάξουν οι άλλοι, να διαλυθούν τοξικές-αδιέξοδες σχέσεις, να εγκατασταθούν καινούριες, δυναμικές, πρωτοπόρες και συμπεριληπτικές διαδράσεις.
Μια Ιφιγένεια, ένας Πυλάδης, ένας Ορέστης και κάποιος Άντον Τσέχοφ σε ένα αντάμωμα άχρονο θα χαράξουν ομόκεντρους κύκλους σε μια αέναη σύγκρουση με τον εαυτό τους και τους υπόλοιπους. Όλοι τους απόγονοι των συνώνυμων ιστορικών προσώπων. Κληρονομιά το όνομά τους… Βάρος αμέτρητο στους ώμους τους… Πώς να αποτινάξουν από πάνω τους όσα τους χρέωσε η ιστορία; Οι άνθρωποι αλλάζουν… Παραμορφώνονται με τα χρόνια, δεν αναγνωρίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό και συγκρούονται με καθετί που ενστικτωδώς αναγνωρίζουν ως φορέα αυτής της αμνησίας… Να αλλάξεις τα πάντα… Να γίνεις αυτός που ποθείς… Να δηλώσεις τη δική σου ταυτότητα… Κι ύστερα τι; Πώς να χωρέσει ο ήχος της ανάσας σου μέσα στον θόρυβο ενός πολέμου;
Κάπου στην περιοχή της Κριμαίας, στην Αζοφική θάλασσα, στη Μαριούπολη την πληγωμένη και σ’ ένα λιμάνι, Ταγκανρόγκ το όνομά του (Ταϊγάνιο το αποκαλούσαν οι Έλληνες που ζούσαν εκεί), γενέτειρα του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα Άντον Τσέχοφ, εκτυλίσσεται η ιστορία σε μια εποχή δυστυχισμένη. Ο πόλεμος μαίνεται και σκεπάζει με τρόμο τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι ο κύκλος με τη μεγαλύτερη διάμετρο σε ένα σύστημα ομόκεντρων κύκλων συγκρούσεων.
Η έκθεση προσεγγίζει την έννοια της σύγκρουσης μέσω της μεταμορφωτικής δύναμης του νερού. Σημειώνοντας την δυναμική της ενοποιητικής του δράσης συνδέει δύο πόλεις, την Θεσσαλονίκη και την Ρώμη ενώ παράλληλα προσκαλεί τους επισκέπτες σε μία συμπερίληψη αισθήσεων.
The River ένα ψηφιδωτό μεγάλης κλίμακας της Χριστίνας Νάκου παρουσιάζεται μέσα σε ένα ηχητικό περιβάλλον. Το έργο εμπνέεται από τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά δάπεδα του Αρχαιολογικού Μουσείου και επιχειρεί μέσω της παραδοσιακής αυτής τέχνης, να αναδείξει την χειρωναξία ως εμπειρία βιωμένου χρόνου, τον ήχο ως δονούμενο αποτύπωμα της διαδικασίας και την σημασία της αφής στην σύνδεσή μας με τον φυσικό κόσμο και τους συνανθρώπους μας.
Η έκθεση εγκαινιάζεται με δύο performances της Άννας Παγκάλου με τίτλο Voicing Water που εκφράζουν την μυθολογία του νερού, δίνοντας φωνή στο τώρα. Οι μυθολογικές αφηγήσεις των σιντριβανιών συνδέονται με την υδραυλική τεχνολογία, τη συμβολή της στην δημιουργία μουσικών οργάνων και τη φυσική ροή του νερού.
Η παράσταση Ο Λούκυ Λουκ φοβάται, σε κείμενο και σκηνοθεσία των Ταξιάρχη Δεληγιάννη και Βασίλη Τσιουβάρα, περιλαμβάνει τη φόρμα του μιούζικαλ, ώστε, με στίχους και μουσική, να δοθεί χρώμα και ποιητική αμεσότητα στην εσωτερική διαμάχη του ήρωα.
Η υπόθεση του έργου έχει ως εξής: Ο Ανδρέας (19 ετών) και η Αντιγόνη (17 ετών) διατηρούν διαδικτυακή σχέση με ψευδώνυμα (Λούκυ και Μπέτυ), χωρίς να ανταλλάξουν ονόματα, ούτε φωτογραφίες. Ο Ανδρέας βρίσκεται σε μια έντονη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στον αληθινό, ευαίσθητο εαυτό του, που παρουσιάζει μόνο στο διαδίκτυο, και στην εικόνα του ατίθασου, σκληρού αγοριού, που δείχνει στον έξω κόσμο. Ο έρωτάς του για την Αντιγόνη σταδιακά τον ελευθερώνει από τους φόβους του και την εξάρτησή του από τον τζόγο και τον βοηθά να φανερώσει ποιος είναι πραγματικά. Σαν την Άλκηστη του αρχαίου μύθου, ο Ανδρέας «επιστρέφει» στον έξω κόσμο, αφήνοντας τον εικονικό κόσμο, στον οποίο μέχρι τότε είχε αφεθεί.
Τρεις μαχαλάδες βρίσκονται σε τρεις άκρες ενός χωριού, μακριά ο ένας από τον άλλο. Έχει ο καθένας την πλατεία του, τα μαγαζιά του, τα μνήματά του, τα πανηγύρια του, που φυσικά του κάθε μαχαλά είναι τα καλύτερα από των άλλων! Και φροντίζουν να το ξέρουν οι υπόλοιποι… Μια τραγουδίστρια σε ένα δυστοπικό χωριό συνοδεύεται από βιντεοπροβολές και απόκοσμους ή εντελώς χειροπιαστούς ήχους σε ένα κάλεσμα εξερεύνησης τριών κοινοτήτων, μέσα σε ένα τζαμί. Τραγούδια και εικόνες που συναντιούνται για να συγκρουστούν, να παλέψουν και να αφήσουν τα κομμάτια τους. Η τραγουδίστρια συλλέγει ό,τι απέμεινε για να δημιουργήσει έναν νέο, ενιαίο σύγχρονο τόπο, που κανείς δεν ξέρει αν θα αντέξει στον χρόνο. Τελικά οι μαχαλάδες είναι μεταξύ τους όσο διαφορετικοί νόμιζαν;
Στην παράσταση Μια φωτεινή ελεγεία για την Ανθούλα Σταθοπούλου, μια ποιήτρια ακροβατεί στα όρια της ζωής και του θανάτου και, καθώς η ζωή της τελειώνει, προσπαθεί να κρατηθεί από τις λέξεις, αυτές που υπηρέτησε. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννη Σολδάτου και της Έφης Βενιανάκη βασίζεται στην επεξεργασία και τον ιδιαίτερο τονισμό της κάθε λέξης. Οι λέξεις μετατρέπονται σε «σκηνικά αντικείμενα» και εκφέρονται με ιδιαίτερη έμφαση, χωρίς να γίνονται μανιέρα. Τα ζητήματα της υπαρξιακής αγωνίας του ανθρώπου, η φθορά και ο θάνατος στο ποιητικό σύμπαν του έργου δεν παύουν να έχουν τολμηρή επικαιρότητα, αφού και η εποχή μας δοκιμάζεται στα ίδια διαχρονικά ζητήματα.
Η Ανθούλα Σταθοπούλου σε ηλικία 27 ετών, την άνοιξη του 1935, φεύγει από τη ζωή αφήνοντας σημαντικό ποιητικό έργο. Στην έκθεση που συνοδεύει την παράσταση το σήμερα συνδέεται με το χθες, διαμέσου φωτογραφικών τεκμηρίων από εγκαταλειμμένα σανατόρια, όχι σαν ρεαλιστικό γράφημα αλλά ως εικαστική ιστοριογραφία. Η ιδιαιτερότητα της ταυτότητάς τους τα μεταγράφει στα περίπλοκα μονοπάτια που ανοίγει η μνήμη στη μυθογραφία του εικοστού αιώνα.