Event Category: Θέατρο

Σε όλους τους ανθρώπους βλέπω τον εαυτό μου

Μια ψυχή επιστρέφει στον πλανήτη Γη και παρατηρεί αλλά και επηρεάζει τους ανθρώπους. Τρεις τυχαίοι άνθρωποι, άγνωστοι μεταξύ τους, με την αλληλεπίδραση της ψυχής αρχίζουν να βιώνουν καταστάσεις, να ανακαλούν μνήμες και λάθη από το παρελθόν τους και να μεταμορφώνονται προς το καλύτερο. Εικόνες, ήχοι, τραγούδια και φωνές ξεπηδούν σαν αναμνήσεις αλλά και σαν οδηγοί στον δρόμο τους προς το μέλλον. Μέσα από όλη αυτή την εμπειρία ο καθένας τους στο τέλος επαναπροσδιορίζει τον «πραγματικό» άνθρωπο, και καταλαβαίνουν ότι ο καθένας τους είναι μοναδικός, αυθεντικός και πρέπει να αγκαλιάσει τον εαυτό του για να μπορεί να αγκαλιάσει και τους συνανθρώπους του. Μέσα από την αλληλεπίδραση του πραγματικού με το φανταστικό εξελίσσονται και μέσα από το παρελθόν και το παρόν βρίσκουν την ελπίδα για ένα φωτεινό ανθρώπινο μέλλον.

Η διαθήκη του καθηγητή

Η παράσταση βασίζεται στο διήγημα «Η διαθήκη του καθηγητή» από τη συλλογή Το τέλος της μικρής μας πόλης (1963) του Δημήτρη Χατζή. Στο διήγημα αναδεικνύεται με οξυδέρκεια το πώς συμπεριφέρονται οι έχοντες εξουσία σε μια επαρχιακή πόλη της Ελλάδας.

Με μελαγχολικά κωμικό τρόπο προβάλλονται ανάγλυφα τα αντικρουόμενα συμφέροντα, τα πάθη, οι κακίες και η διαστρέβλωση της αποστολής των διαφόρων θεσμών της κοινότητας. Η δράση εκκινεί με τον θάνατο του καθηγητή Ραλλίδη, ενός ανθρώπου που ήθελε να εκτελεί υπεύθυνα τα καθήκοντά του και να αποτελεί πηγή έμπνευσης για τους μαθητές του. Στην παράσταση δύο γυναίκες παρατηρούν κριτικά τα όσα συμβαίνουν και τα καταγράφουν επιδιδόμενες σε ένα παιχνίδι υπόδυσης ρόλων, μέσα από το οποίο μεταφέρουν τα λόγια των προσώπων του διηγήματος και παρωδούν τη μικροπρέπεια ορισμένων εξ αυτών. Προσπαθούν να βρουν τη θέση τους σε μια κοινωνία στην οποία οι άνδρες κάνουν κουμάντο, απορρίπτοντας τα πρότυπα που συναντούν γύρω τους και συνθέτοντας τα δικά τους για την εξυγίανση της κοινωνίας.

Πώς εβρεθήκαμε εδώ πέρα;

Ένα θέατρο ντοκουμέντο με στοιχεία μυθοπλασίας και ένα εν εξελίξει ντοκιμαντέρ ενώνονται σε ένα δρώμενο που ερευνά τη ζωή των εξόριστων γυναικών στο νησί Τρίκερι από το 1948 έως το 1952, κατά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και τα χρόνια που τον ακολούθησαν. Μια πρωτότυπη δραματουργία και μουσική σύνθεση βασισμένες στην ιστορική έρευνα, σε μαρτυρίες, γράμματα, συνεντεύξεις κοντινών συγγενών, τραγούδια και ποιήματα των εξορίστων – αλλά και στη δική μας προσπάθεια να συνομιλήσουμε μαζί τους, προσεγγίζοντας τις γυναίκες αυτές όχι ως ηρωικά μνημεία αλλά ως ανθρώπους. Το νησί-στρατόπεδο Τρίκερι υπήρξε ένας μη τόπος, όπου η απογυμνωμένη ζωή των εξόριστων γυναικών είχε καταστεί φονεύσιμη. Σε μια τέτοια συνθήκη μπορούν η συλλογική ζωή και η έννοια της κοινότητας να αποτελέσουν ζωογόνο πηγή και μορφή αντίστασης; Και φτάνοντας στο σήμερα: Πώς μπορεί η ιστορική μνήμη και η συνάντηση με το παρελθόν να αποτελέσει εφόδιο για το παρόν; Πώς μπορεί ο άνθρωπος να αντικρίσει το συλλογικό, διαγενεακό τραύμα και να φανταστεί ένα ριζικά άλλο μέλλον;

9:43 Μη ακριβές αντίγραφο

Ένα έργο μυθοπλασίας για τον Άνθρωπο, που προσπαθεί ακόμη να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή του ενώ ταυτόχρονα μεταβαίνει –χωρίς σαφή όρια ή εγγυήσεις– σε μια μετανθρωπιστική εποχή.

Τρία πρόσωπα εισέρχονται στην αίθουσα ενός μουσείου αναζητώντας ξεκούραση από την τιμητική εκδήλωση για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα, που γίνεται μερικούς ορόφους παραπάνω και στην οποία είναι καλεσμένοι. Όλοι περιμένουν το τελευταίο γλυπτό να καταφθάσει. Οι ήρωες σύντομα θα ανακαλύψουν ότι δεν μπορούν να δραπετεύσουν από την αίθουσα.

Καθώς το έργο εξελίσσεται, αρχίζουν να διαφαίνονται και να συγκρούονται οι διαφορετικές στάσεις ζωής των χαρακτήρων. Ο Άνδρας Α΄ προσεγγίζει το νόημα ως κάτι που μπορεί και πρέπει να κατασκευαστεί, ακόμη και τεχνητά· ο Άνδρας Β΄ το αποδομεί διαρκώς, αρνούμενος κάθε μορφή παρηγορητικής αφήγησης· ενώ η Γυναίκα Γ΄ βιώνει την ένταση της πεπερασμένης ανθρώπινης εμπειρίας, ταλαντευόμενη ανάμεσα στην ανάγκη για πίστη και στην αδυναμία της. Οι σκηνές του έργου λειτουργούν ως διαδοχικές δοκιμές νοηματοδότησης της ζωής, της τέχνης, της ιστορικής συνέχειας και του ανθρώπινου μέλλοντος και οδηγούν τους χαρακτήρες στη συνειδητοποίηση ότι το νόημα δεν προϋπάρχει, αλλά παράγεται αποκλειστικά από τον ίδιο τον άνθρωπο και παύει να υφίσταται χωρίς αυτόν. Η επίγνωση αυτή δεν παρουσιάζεται ως λύτρωση, αλλά ως διπλή εμπειρία απελευθέρωσης και ευθύνης, ανοίγοντας το ερώτημα για το τι χάνεται και τι διακυβεύεται σε έναν κόσμο που τείνει να υπερβεί τον άνθρωπο, καθιστώντας τα όρια μεταξύ φυσικού και ψηφιακού κόσμου όλο και πιο ασαφή.

Χρυσός δίσκος

Η παράσταση Χρυσός δίσκος εμπνέεται από την πραγματική ιστορία του Golden Record, που έστειλε η ΝASA στο διάστημα το 1977, με τις αποστολές Voyager. Ο Χρυσός δίσκος περιείχε φωτογραφίες, σχέδια και ηχητικά ντοκουμέντα από τη Γη, σε μια προσπάθεια της επιστημονικής ομάδας να επικοινωνήσει με τον ενδεχόμενο εξωγήινο πολιτισμό και να του μεταφέρει μια εικόνα για την ανθρώπινη ζωή. Πενήντα χρόνια μετά, η παράσταση επιστρέφει σε αυτό το ιστορικό γεγονός για να θέσει εκ νέου το ερώτημα: Τι είναι σήμερα το «ανθρώπινο»;

Η παράσταση κινείται ανάμεσα στο θέατρο ντοκουμέντο, τη μυθοπλασία και το μουσικό θέατρο, χρησιμοποιώντας ιστορικές αφηγήσεις, προσωπικές ιστορίες και ζωντανή μουσική. Το έργο, εκκινώντας από το αρχείο του Χρυσού δίσκου, διερευνά πώς μπορούμε να μιλήσουμε σήμερα για την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Χρυσός δίσκος επανέρχεται μισό αιώνα μετά την εκτόξευσή του στο διάστημα, σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος και η καταστροφή κατακλύζουν την καθημερινότητά μας.

Φοινικιά ή Το χέρι που ονειρεύεται

Στο μεταίχμιο ημέρας και νύχτας, ένας άδειος αρχαιολογικός χώρος μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής τελετουργίας. Δύο γυναίκες, αφανείς υπάλληλοι καθαρισμού, εισέρχονται στον χώρο για τη βάρδια τους. Καθώς απομακρύνουν τη σκόνη, η μηχανική εργασία μεταμορφώνεται —κατά τον Γκαστόν Μπασλάρ— σε μια πράξη δημιουργίας: «το χέρι που φροντίζει, αρχίζει να ονειρεύεται».

Με όχημα το εμβληματικό ποίημα Φοινικιά του Κωστή Παλαμά, η παράσταση υφαίνει έναν διάλογο ανάμεσα στο Μνημειακό και το Εφήμερο. Υπό τον ζωντανό ήχο της μουσικής, ο ιαμβικός δεκατρισύλλαβος γίνεται ο ρυθμοθέτης της δράσης, μετατρέποντας τον μόχθο σε χορογραφία. Οι δύο γυναίκες, ως «γαλάζια λουλούδια» στη σκιά της Ιστορίας, στοχάζονται πάνω στη θνητότητα και την ανάγκη του ανθρώπου να αρθρώσει λόγο μπροστά στο Αιώνιο. Μια σκηνική σύνθεση για την ιερότητα της φροντίδας και την ανθρώπινη πνοή που επιμένει να ανθίζει ανάμεσα στη σιωπή των μνημείων και τη φθορά του χρόνου.

Σταφιδόκαμπος

Αντλώντας έμπνευση από τον Βυσσινόκηπο του Άντον Τσέχοφ, εκεί όπου το τέλος μιας εποχής συναντά τον φόβο για το άγνωστο μέλλον, ο Σταφιδόκαμπος μεταφέρει την ιστορία στον κάμπο του Νομού Ηλείας, σε έναν τόπο όπου η μνήμη μοιάζει να έχει ποτίσει το χώμα. Η οικογένεια Πουλοπούλου επιστρέφει στο οικογενειακό κτήμα έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα απουσίας στο εξωτερικό και βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομικά αδιέξοδα, οικογενειακά μυστικά και σιωπές, την απειλή της πώλησης ενός τόπου που κουβαλά την ιστορία και την ταυτότητά της. Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την απώλεια μιας περιουσίας, αλλά το πέρασμα από έναν κόσμο που χάνεται σε έναν άλλο που γεννιέται.

Με αφορμή το σύμβολο του Σταφιδόκαμπου, η παράσταση ερευνά τι σημαίνει ρίζα, σπίτι και πατρίδα σήμερα, φωτίζοντας τις οικονομικές και συναισθηματικές μορφές εκμετάλλευσης, τη σύγκρουση γενεών και εποχών, αλλά και την ανθρώπινη ανάγκη να κρατηθεί κανείς από κάτι που μοιάζει να χάνεται για πάντα.

 

Οι γυναίκες της Αλκυονίας

Στον αρχαιολογικό χώρο της Λέρνας, στην Αργολίδα, βρίσκεται η λίμνη Αλκυονία. Η μυθολογία τη θέλει απύθμενη, δίοδο στον Κάτω Κόσμο, φωλιά της Λερναίας Ύδρας. Είναι η αφετηρία της περιπατητικής μας παράστασης. Ο θεατής ακολουθεί διαδρομές νερού: από τη λίμνη στον ποταμό Ποντίνο, μέχρι τη θάλασσα. Ακολουθεί την πορεία ομορφιάς και αντοχής του υδάτινου κύκλου. Ακολουθεί ανθρώπινες διαδρομές αγωνίας, αντοχής και τόλμης, καταλήγοντας στην αρμονία. Διαδρομές θνητών που οδηγούνται στην αθανασία ως ήρωες μυθολογίας ή θεότητες. Ακολουθεί τις Δαναΐδες, την Αριάδνη, τη Σεμέλη: γυναικείες μορφές στους μύθους ενός τόπου γνωστού κυρίως για τον Ηρακλή και τον Διόνυσο. Η Ήρα, θεά της γυναίκας, της τάξης και του Άργους, οδηγεί τους θεατές στις διαδρομές αυτές και συνομιλεί τραγουδώντας πάνω σε ηλεκτρονική μουσική. Σε ένα παρόν με λιγοστό νερό και ανάγκη για αντοχή και τόλμη, η παράσταση ζωντανεύει στον τόπο της Λέρνας μορφές από τη μυθολογία του που αναδεικνύουν τη σημερινή του σημασία.

Ακριβούλα μου

[…] και κανείς δεν [τα] βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας.

Δύο γυναίκες, η μία ώριμη και η άλλη πολύ νέα (μήπως είναι η ίδια;), σε ύψωμα μεγάλο, σχεδόν αδιάβατο ή κάπου στην άκρη της θάλασσας, ανάμεσα σε κάποιους χειροποίητους μικρούς φάρους, φροντίζουν τη φλόγα τους: λένε μια ιστορία, ώσπου να ξημερώσει. Είναι η Ακριβούλα, εννιά χρονών, και ένας μικρός θάνατός της, εκεί στο πέρασμα. Κι άλλες μορφές γύρω της, καντηλάκια ταπεινά, ιστορίες για μια χαμένη αθωότητα, μορφές σαν άνθη του γιαλού (αμμοθίνες) που έλαμψαν μια στιγμή κι έπειτα χάθηκαν, τις πήρε το κύμα – και ανάμεσά τους η παρηγορητική μορφή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Φιλοκτήτης

Ο Φιλοκτήτης (1965) του Χάινερ Μύλλερ, του σημαντικότερου Γερμανού δραματουργού του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, είναι η πρώτη αναμέτρηση του συγγραφέα με την αρχαία δραματουργία, που θα αποτελέσει σταθερή πηγή έμπνευσης του έργου του. Βασισμένος στο έργο του Σοφοκλή, αλλά και ερμηνεύοντάς το ελεύθερα, ο Μύλλερ δημιουργεί ένα έργο που, αν και σαφώς αναφέρεται στα πολιτικά αδιέξοδα της εποχής του και κυρίως στην κληρονομιά του σταλινισμού, μπορεί να διαβαστεί ως ένα πολιτικό έργο με προεκτάσεις στον σημερινό κόσμο, κυρίως όμως ως ένας στοχασμός πάνω στη σχέση σώματος και πολιτικής. Το σώμα του εγκαταλελειμμένου Φιλοκτήτη, θύματος της προσφοράς του στον κοινό αγώνα, διεκδικείται από εκείνους που τον υπέβαλαν, αδίστακτα, στη μαρτυρική παραμονή του στη Λήμνο. Κι έτσι, στον μυλλερικό κόσμο, όπου δεν προσδοκάται η εμφάνιση του από μηχανής θεού, ο Φιλοκτήτης γίνεται χρήσιμος ως πτώμα, αφού δεν μπορεί πλέον να φανεί χρήσιμος ζωντανός. Το ανθρώπινο σώμα και η μοίρα του, ο ανθρωπισμός και τα όριά του, η πολιτική που επανακαθορίζει τον νόμο σύμφωνα με τις ανάγκες της είναι θέματα που αφορούν τη σημερινή κοινωνία και βρίσκονται σε στενό διάλογο με τη φετινή θεματική του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός».

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.