Αντλώντας έμπνευση από τον Βυσσινόκηπο του Άντον Τσέχοφ, εκεί όπου το τέλος μιας εποχής συναντά τον φόβο για το άγνωστο μέλλον, ο Σταφιδόκαμπος μεταφέρει την ιστορία στον κάμπο του Νομού Ηλείας, σε έναν τόπο όπου η μνήμη μοιάζει να έχει ποτίσει το χώμα. Η οικογένεια Πουλοπούλου επιστρέφει στο οικογενειακό κτήμα έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα απουσίας στο εξωτερικό και βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομικά αδιέξοδα, οικογενειακά μυστικά και σιωπές, την απειλή της πώλησης ενός τόπου που κουβαλά την ιστορία και την ταυτότητά της. Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την απώλεια μιας περιουσίας, αλλά το πέρασμα από έναν κόσμο που χάνεται σε έναν άλλο που γεννιέται.
Με αφορμή το σύμβολο του Σταφιδόκαμπου, η παράσταση ερευνά τι σημαίνει ρίζα, σπίτι και πατρίδα σήμερα, φωτίζοντας τις οικονομικές και συναισθηματικές μορφές εκμετάλλευσης, τη σύγκρουση γενεών και εποχών, αλλά και την ανθρώπινη ανάγκη να κρατηθεί κανείς από κάτι που μοιάζει να χάνεται για πάντα.
Μια θεαματική περιήγηση στον υγρότοπο της Λέρνας.
Η ΄Ηρα, μέσα από τη φωνή της Nalyssa Green, ξαναζωντανεύει τις γυναίκες της μυθολογίας που ενσαρκώνει η χορεύτρια Ειρήνη Αλεξίου και καλεί τους θεατές σε μια μουσικοχορευτική περιπλάνηση στο υγρό στοιχείο του μοναδικού αυτού τόπου.
Η Ήρα επιστρέφει στον τόπο της και παίρνει μορφή μέσα από το τραγούδι της Nalyssa Green. Η Ειρήνη Αλεξίου, περφόρμερ και χορογράφος της παράστασης, επιστρέφει, με τη σειρά της, στον τόπο καταγωγής της και στην αγαπημένη της Λέρνα. Η ηλεκτρονική μουσική του Θάνου Κοσμίδη συνοδεύει την παράσταση από την αρχή και η εικαστικός Βάσω Τζούτη ντύνει κάθε γυναίκα του μύθου. Οι στίχοι και η σκηνοθεσία του Γιώργου Σαχίνη ξαναγράφουν τον μύθο της Λέρνας με έμφαση στο υδάτινο στοιχείο. Οι Γυναίκες της Αλκυονίας καλούν το κοινό σε μια πρωτότυπη περιήγηση σε μια διαδρομή ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς.
Στο Άργος, ο μύθος βάζει την Ήρα και τον Ποσειδώνα να διεκδικούν τη γη. Οι τοπικοί ποταμοί αποφασίζουν ότι η γη του Άργους ανήκει στην Ήρα. Μα ο Ποσειδώνας ρίχνει την οργή του και εξαφανίζει τα νερά τους. Μόνο τα νερά της λίμνης Αλκυονίας γλιτώνουν. Βρίσκεται ακόμη εκεί, απύθμενη, μυθική δίοδος στον Κάτω Κόσμο, φωλιά της Λερναίας Ύδρας, αφετηρία της περιπατητικής μας περιπλάνησης.
Από τη λίμνη, στον ποταμό Ποντίνο και ως τη θάλασσα, οι θεατές ακολουθούν την Ήρα στη διαδρομή του νερού. Αναδύονται γνωστές και άγνωστες γυναικείες μορφές της μυθολογίας που αγωνίστηκαν, τόλμησαν, αμφισβήτησαν, άντεξαν και οδηγήθηκαν στην αθανασία, αφήνοντας το ίχνος τους στο νερό και στη μνήμη του τόπου. Τα τραγούδια της Ήρας σε ηλεκτρονική μουσική κινούν τις γυναίκες που χορεύουν στο τοπίο φωτίζοντας τον μυθικό αυτό τόπο δίπλα στο Αρχαιολογικό Χώρο Λέρνας.
Σε ένα παρόν με λιγοστό νερό, η ομορφιά και αντοχή του υδάτινου κύκλου συνδέεται με την ομορφιά και αντοχή του ανθρώπου, όταν είναι πραγματικά άνθρωπος. «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ» είναι ο στίχος του Μενάνδρου και η θεματική του προγράμματος του ΥΠΠΟ «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» όπου εντάσσεται η περιπατητική αυτή παράσταση.
[…] και κανείς δεν [τα] βλέπει πια, παρά μόνον όσοι ήταν καθαροί τον παλαιόν καιρόν, και οι ελαφροΐσκιωτοι στα χρόνια μας.
Δύο γυναίκες, η μία ώριμη και η άλλη πολύ νέα (μήπως είναι η ίδια;), σε ύψωμα μεγάλο, σχεδόν αδιάβατο ή κάπου στην άκρη της θάλασσας, ανάμεσα σε κάποιους χειροποίητους μικρούς φάρους, φροντίζουν τη φλόγα τους: λένε μια ιστορία, ώσπου να ξημερώσει. Είναι η Ακριβούλα, εννιά χρονών, και ένας μικρός θάνατός της, εκεί στο πέρασμα. Κι άλλες μορφές γύρω της, καντηλάκια ταπεινά, ιστορίες για μια χαμένη αθωότητα, μορφές σαν άνθη του γιαλού (αμμοθίνες) που έλαμψαν μια στιγμή κι έπειτα χάθηκαν, τις πήρε το κύμα – και ανάμεσά τους η παρηγορητική μορφή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Ο Φιλοκτήτης (1965) του Χάινερ Μύλλερ, του σημαντικότερου Γερμανού δραματουργού του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, είναι η πρώτη αναμέτρηση του συγγραφέα με την αρχαία δραματουργία, που θα αποτελέσει σταθερή πηγή έμπνευσης του έργου του.
Βασισμένος στο έργο του Σοφοκλή, αλλά και ερμηνεύοντάς το ελεύθερα, ο Μύλλερ δημιουργεί ένα έργο που, αν και σαφώς αναφέρεται στα πολιτικά αδιέξοδα της εποχής του και κυρίως στην κληρονομιά του σταλινισμού, μπορεί να διαβαστεί ως ένα πολιτικό έργο με προεκτάσεις στον σημερινό κόσμο, κυρίως όμως ως ένας στοχασμός πάνω στη σχέση σώματος και πολιτικής. Το σώμα του εγκαταλελειμμένου Φιλοκτήτη, θύματος της προσφοράς του στον κοινό αγώνα, διεκδικείται από εκείνους που τον υπέβαλαν, αδίστακτα, στη μαρτυρική παραμονή του στη Λήμνο. Κι έτσι, στον μυλλερικό κόσμο, όπου δεν προσδοκάται η εμφάνιση του από μηχανής θεού, ο Φιλοκτήτης γίνεται χρήσιμος ως πτώμα, αφού δεν μπορεί πλέον να φανεί χρήσιμος ζωντανός.
Το ανθρώπινο σώμα και η μοίρα του, ο ανθρωπισμός και τα όριά του, η πολιτική που επανακαθορίζει τον νόμο σύμφωνα με τις ανάγκες της είναι θέματα που αφορούν τη σημερινή κοινωνία και βρίσκονται σε στενό διάλογο με τη φετινή θεματική του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός».
*Τα δικαιώματα παραχωρούνται από τον εκδοτικό οίκο henschel SCHAUSPIEL Theaterverlag Berlin, εκπροσωπούμενο από τον Θανάση Σαράντο και την Εταιρεία Θεάτρου “Ηθικόν ακμαιότατον”.
Η παράσταση Θέλω να ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς όταν κοιμάσαι, σε δραματουργία και σκηνοθεσία Δήμητρας Δερμιτζάκη, εστιάζει στα όνειρα ανθρώπων που βίωσαν ή βιώνουν εμπόλεμες συνθήκες. Η δραματουργία της αναπτύσσεται ως σύνθεση τέτοιων ονείρων: αφετηρία αποτελούν οι διηγήσεις του Emil Szittya 27 όνειρα στη διάρκεια του πολέμου 1939-1945. Μαζί τους συνυφαίνονται ονειρικές μαρτυρίες που προέκυψαν από σύγχρονες συνομιλίες με ανθρώπους που έχουν βιώσει πρόσφατα τον πόλεμο, καθώς και όνειρα καταγεγραμμένα από λογοτέχνες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τρεις ερμηνευτές κινούνται μέσα από διαδοχικές, γλυπτικές στάσεις και διασχίζουν μια διαδρομή στον αρχαιολογικό χώρο του Ηραίου Περαχώρας, αφηγούμενοι σπαράγματα τραυματισμένων ονείρων. Κάθε όνειρο εγκαταλείπεται ως προσφορά σε μια τελετουργική πορεία προς το ιερό της Ήρας Ακραίας.
Η έκθεση της Ήρας Σπαγαδώρου αποτελείται από αποτυπώσεις σπαραγμάτων. Πρόκειται για χάρτινες αφηγήσεις, ανολοκλήρωτες, ελλειπτικές εν τη γενέσει τους, όπως τα όνειρα, που πασχίζουν να αποκαλύψουν μια συμπαγή εικόνα, έναν ολοκληρωμένο χάρτη για τον άνθρωπο.
Στις 26 Απριλίου του 1986 ο αντιδραστήρας νούμερο 4 του πυρηνικού σταθμού του Τσέρνομπιλ εξερράγη. Η έκρηξη απελευθέρωσε τεράστιες ποσότητες ραδιενέργειας στην Ευρώπη, προκαλώντας θανάτους, σοβαρές ασθένειες και μαζικές εκκενώσεις περιοχών. Στην ιστορία του ανθρώπου υπάρχει ένα δίπολο: η ικανότητά μας να δημιουργούμε θαύματα – και ταυτόχρονα να προκαλούμε ανυπολόγιστες πληγές.
Το Τσέρνομπιλ είναι ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα αυτής της αντίφασης. Κι όμως υπάρχει και μία άλλη πλευρά της ανθρώπινης φύσης σε αυτήν την καταστροφή: η αυτοθυσία των εργατών, των μηχανικών, των ανθρακωρύχων, των πυροσβεστών, των επιστημόνων. Χωρίς αυτούς το Τσέρνομπιλ θα είχε μετατραπεί σε μια ανεξέλεγκτη πυρηνική κόλαση. Αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους αναβιώνουν επί σκηνής οι δύο ηθοποιοί κάνοντας μια διαδρομή χρονολογικά σε μια από τις χειρότερες ανθρωπιστικές και περιβαλλοντικές καταστροφές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Άλλωστε, ο κόσμος αυτός σώζεται ξανά και ξανά από τον άνθρωπο που επιμένει να προσπαθεί να τον σώσει.
Η παράσταση Λυσιστράτες προσεγγίζει την κωμωδία του Αριστοφάνη ως ένα βαθιά πολιτικό και ανθρωποκεντρικό έργο, αναδεικνύοντας τη δύναμη του συλλογικού λόγου, της συνεργασίας και της ειρηνικής γυναικείας αντίστασης απέναντι σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο βίας.
Η ερευνητική αυτή προσέγγιση του αρχαίου δράματος, με επίκεντρο την τελετουργία και την ορχηστρική κυκλική σπείρα, πλαισιώνεται από μουσικά γλυπτά-κρουστά, τα οποία λειτουργούν ταυτόχρονα ως μουσική και εικαστική εγκατάσταση, υπηρετώντας τον ρυθμό του κειμένου. Δημιουργείται έτσι ένας κοινός παλμός, μέσα στον οποίο ο λόγος, ως μουσική, ενεργοποιεί τη χωρική μνήμη του αρχαίου θεάτρου ως τόπου κοινοτικού συντονισμού και συλλογικής εμπειρίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το σώμα λειτουργεί ως όργανο ρυθμού, μνήμης και κοινής βιωματικής πράξης, ενώ οι ηθοποιοί εναρμονίζονται με τον σκοπό του έργου, υπηρετώντας μια θεμελιώδη αρχή της ομαδικής τέχνης του θεάτρου και της κληρονομιάς του αρχαίου δράματος, όπως αυτή αντηχεί στους τόπους των Ασκληπιείων.
Το Εκκλησιαστήριο της Αρχαίας Μεσσήνης αποτελεί τον τόπο έρευνας της παρούσας εργασίας· ένα ζωντανό πεδίο αναζήτησης της σχέσης ανάμεσα στον λόγο, τον ρυθμό, το σώμα, τον χώρο και τη συλλογική μνήμη.
Στην Αρχαία Ολυμπία, τον ιερό τόπο του «αγωνίζεσθαι», η παράσταση επιχειρεί να φωτίσει τον διαχρονικό αγώνα της γυναίκας για τη δική της «θέση στο στάδιο». Όχημά μας, η ιστορία της Καλλιπάτειρας, της γυναίκας που έμεινε στην ιστορία επειδή τόλμησε –αψηφώντας τη θανάσιμη απαγόρευση της αρχαιότητας– να μεταμφιεστεί σε άνδρα για να μπει στο στάδιο προκειμένου να δει τον γιο της να αγωνίζεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Στην παράσταση, η φωνή της επιστρέφει ως μνήμη ενός σώματος που δικάστηκε επειδή ξεπέρασε τα όρια του φύλου του, ενώ παράλληλα βλέπουμε τρεις γυναίκες σήμερα να προπονούνται, να πέφτουν, να σηκώνονται, να αναμετρώνται με τα όρια του σώματός τους. Ο ρυθμός, η επιμονή, η επανάληψη, ο κίνδυνος της πτώσης μετασχηματίζονται σε μια χορογραφία που μιλά για την ισορροπία που προσπαθεί να κατακτήσει η γυναίκα ανάμεσα στο επιτρεπόμενο και το επιθυμητό, στο αόρατο και το ορατό, μέσα από έναν αγώνα που ακόμα συνεχίζεται.
Μες στη διαρκή του περιπέτεια ο άνθρωπος κατακτά μέρη ολότελα ξένα προς τη δική του ιδιοσυγκρασία – και συχνά επιλέγει βίαια να επικρατήσει σε αυτά με την επιβολή του «πολιτισμού» του. Όμως, ο κεντρικός ήρωας της Τρικυμίας, ο Πρόσπερο, μέσα από πέντε κρίσιμες αναμετρήσεις θα φτάσει τελικά στην απόλυτη ωριμότητα: θ’ απαρνηθεί κάθε βίαιη εξουσία και θα στραφεί προς τη συγχώρηση.
Στο τελευταίο έργο του Σαίξπηρ ο σοφός Πρόσπερο (κυρίαρχος μιας επικράτειας μέσω της μαγείας του) παρουσιάζεται ως απόλυτος εξουσιαστής: ως άλλος «σκηνοθέτης» ελέγχει τη φύση, τους ανθρώπους, τον χρόνο και ασφαλώς τη ροή των γεγονότων. Ωστόσο αυτή η εξουσία τον έχει απομακρύνει από την αληθινή φύση του ανθρώπου, μια και η γνώση του λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου.
Το έργο παρακολουθεί τη συνειδητή επιλογή του να γίνει και πάλι… άνθρωπος, και να διασταυρωθεί έτσι με τη μενανδρική σκέψη ότι ο άνθρωπος γίνεται «ωραίος» όταν χρησιμοποιεί τη δύναμή του για κοινό καλό.
Στον κήπο του Βυζαντινού Μουσείου Αργολίδας, εκεί όπου το χώμα θυμάται περισσότερα από τους ανθρώπους, μια τελετή ξεκινά σχεδόν αθόρυβα. Τρεις ηθοποιοί και ένας χορός ηλικιωμένων από την Αργολίδα συνθέτουν μια σκηνική εμπειρία σαν να εκτελούν οδηγίες που δεν τους δόθηκαν ποτέ και όμως τις ακολουθούν με ακρίβεια.
Εμπνευσμένη από τον μύθο του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας, η δραματουργία κινείται ανάμεσα στη μνήμη, την απώλεια και την αβεβαιότητα του τέλους. Δύο ψυχοπομποί συνομιλούν με ανθρώπους που μεταβαίνουν από τη ζωή στον θάνατο. Τα σώματα σταματούν, οι ψυχές όμως πεισματικά συνεχίζουν. Κάποιοι αρνούνται να περάσουν χωρίς τους αγαπημένους τους και ο έρωτας κάνει τον θάνατο να φαίνεται ασήμαντος. Το πέρασμα: μια διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει, απλώς δεν μας έχει κοινοποιηθεί.