Σε μια χώρα όπου όλοι κλέβουν για να επιβιώσουν, η εμφάνιση ενός τίμιου ανθρώπου αρκεί για να διαλύσει την ισορροπία. Το Μαύρο πρόβατο, εμπνευσμένο από το εμβληματικό διήγημα του Ίταλο Καλβίνο, μετατρέπει τη σκοτεινή αλληγορία σε μια σύγχρονη θεατρική εμπειρία γεμάτη φάρσα, μαύρο χιούμορ και καυστική κοινωνική σάτιρα.
Μέσα από ένα πολυφωνικό σύμπαν σωμάτων, ήχων και διαρκών μεταμορφώσεων, η παράσταση φωτίζει έναν κόσμο όπου η διαφθορά μοιάζει φυσική και η εντιμότητα σχεδόν επικίνδυνη. Ο τίμιος άνθρωπος δεν γίνεται ήρωας· γίνεται απειλή για το σύστημα. Με γρήγορο ρυθμό, ζωντανή μουσική επί σκηνής και συνεχή εναλλαγή ρόλων και αφηγήσεων, το έργο θέτει ένα επείγον ερώτημα: όταν η απανθρωπιά γίνεται κανονικότητα, ποιος τολμά να παραμείνει άνθρωπος;
Ένα σκληρό, επίκαιρο παραμύθι για το τίμημα της αξιοπρέπειας – και τη δύναμη εκείνων που αρνούνται να προσαρμοστούν.
Mια παράσταση για τη φροντίδα, τη φιλία και τις πόλεις.
Η παράσταση αντλεί την αφετηρία της από ένα ανθρωπολογικό εύρημα: ένα επουλωμένο μηριαίο οστό από την προϊστορική περίοδο, το οποίο υποδηλώνει ότι ένας τραυματισμένος άνθρωπος επέζησε χάρη στη φροντίδα της κοινότητάς του. Το εύρημα αυτό συνδέεται με την ανθρωπολογική σκέψη της Margaret Mead, σύμφωνα με την οποία το πρώτο σημάδι πολιτισμού δεν είναι ένα τεχνολογικό επίτευγμα αλλά η φροντίδα προς τον ευάλωτο άλλον. Από αυτή τη συνθήκη εκκινεί μια σκηνική διερεύνηση της φροντίδας, της επιβίωσης και της συλλογικής ευθύνης: κάποιος έμεινε, μοιράστηκε βάρος και χρόνο, αναγνώρισε την ευαλωτότητα του άλλου ως κοινή υπόθεση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φιλία και η αλληλοϋποστήριξη αναδεικνύονται ως ο μικρότερος αλλά ουσιαστικότερος πυρήνας κοινότητας. Μέσα από σωματική δράση και λόγο, η παράσταση εξετάζει τη στιγμή όπου το τραύμα παύει να είναι ατομικό και γίνεται κοινό πεδίο εμπειρίας, ως πράξη φροντίδας και ανθρωπιάς.
Μια βάρκα στη μέση της σκηνής, δύο ηθοποιοί και ένας μουσικός συνθέτουν έναν σκηνικό κόσμο εμπνευσμένο από ποιήματα της Μέσης Ανατολής που μιλούν για το ταξίδι της προσφυγιάς. Η θεατρική περφόρμανς βασίζεται σε αληθινές μαρτυρίες προσφύγων και μεταναστών, ενώ στη διάρκεια του έργου ακούγονται ηχογραφημένες φωνές των ίδιων των ανθρώπων που αφηγούνται τις εμπειρίες τους στη μητρική τους γλώσσα. Μέσα από αφηγήσεις, πολυγλωσσικά ηχοτοπία και μουσικές εμπνευσμένες από τους τόπους καταγωγής τους, το έργο φωτίζει το τραύμα του εκτοπισμού, τον φόβο της απώλειας, αλλά και την επίμονη ανάγκη του ανθρώπου να ελπίζει και να συνεχίζει. Η θάλασσα μετατρέπεται σε τόπο αγωνίας και προσευχής, έναν ενδιάμεσο χώρο όπου η ανθρωπιά δοκιμάζεται διαρκώς, αλλά εξακολουθεί να αναζητά τρόπο να υπάρξει μέσα από την αλληλεγγύη, τη μνήμη και την ελπίδα.
Ένας θίασος. Τρεις ηθοποιοί. Ένα τσέλο.
Σε μια εποχή που επαναπροσδιορίζεται η σχέση των καλλιτεχνών με την τέχνη τους και με την επιβίωσή τους, ένας θίασος τριών ηθοποιών και ένας μουσικός αναμετρώνται με το εμβληματικό κείμενο του Τσέχοφ. Η παράσταση, δομημένη πάνω στην αρχή του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», μετατρέπει τη σκηνή σε ένα πεδίο υπαρξιακής σύγκρουσης. Γιατί ο Γλάρος είναι ένα έργο για το ίδιο το θέατρο, την τέχνη, τη ματαιοδοξία και την αποτυχία. Μέσα από τη δραματουργική συμπύκνωση, αναδεικνύεται η απέλπιδα προσπάθεια για επικοινωνία και το χάσμα που δημιουργεί η ηλικία και η σύγκρουση ανάμεσα στις παλαιότερες και τις νεότερες γενιές.
Επί σκηνής δύο άνδρες, μία γυναίκα και ένα τσέλο εναλλάσσουν ρόλους, αποτυπώνοντας την πιο προσωπική εξομολόγηση του δημιουργού περί αισθητικής και ζωής. Η παράσταση γίνεται ένας ζωντανός καθρέφτης για την αγωνία της ύπαρξης μέσα από τη δημιουργία, τη φθορά της καθημερινότητας και τη ζωτική ανάγκη για έκφραση απέναντι στις αδιαπραγμάτευτες ανάγκες της πραγματικότητας.
Μια σύγχρονη σκηνική προσέγγιση στο εμβληματικό Μωρίας εγκώμιο του Έρασμου, που επιχειρεί να επαναφέρει τον άνθρωπο στο κέντρο της θεατρικής εμπειρίας. Μέσα από μια συλλογική σκηνική σύνθεση, οι ηθοποιοί λειτουργούν ως πολλαπλές φωνές της Μωρίας, της θεάς της ανοησίας και της τρέλας, δημιουργώντας ένα σύμπαν σατιρικό, ποιητικό και βαθιά ανθρώπινο.
Η παράσταση απομακρύνεται από τον ψυχολογικό ρεαλισμό και επενδύει στη σωματικότητα, τον ρυθμό, τα ηχοτοπία και τη μουσική ως ισότιμα δραματουργικά στοιχεία. Σε άμεση συνομιλία με τον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά –την πέτρα, τη μνήμη και τη σιωπή του τόπου– το έργο αντιπαραβάλλει τη διαχρονικότητα της Ιστορίας με την ατελή ανθρώπινη ύπαρξη.
Σε μια εποχή ψηφιακών προσωπείων και διαρκούς επιμέλειας της εικόνας μας, το Μωρίας εγκώμιο μας καλεί να γελάσουμε με τις αδυναμίες μας, να συμφιλιωθούμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να αναγνωρίσουμε ξανά το ανθρώπινο μέτρο, τη βαθιά ανάγκη για αλήθεια, επαφή και ουσιαστική συνύπαρξη.
Μια πρωτότυπη δραματουργική και μουσική σύνθεση, που απορρέει από το μυθιστόρημα του Γιώργου Θεοτοκά Ασθενείς και οδοιπόροι. Αποτυπώνοντας την κρίση αξιών της μεταπολεμικής Ελλάδας, αναρωτιόμαστε ακόμα και σήμερα: θα παραμείνουμε πνευματικά «Ασθενείς» ή θα γίνουμε «Οδοιπόροι» έστω και μέσα στην οδύνη;
Τρεις ηθοποιοί, ως συλλογική συνείδηση, εστιάζουν στους επιζώντες ήρωες που αναζητούν νόημα σε έναν κόσμο ασταθή. Παλεύουν να αφήσουν πίσω τους τις μνήμες και, ως «ραβδοσκόποι», να ανακαλύψουν την πηγή της αγάπης. Αναμετρώνται με την υπαρξιακή σύγκρουση ιδεολογίας και πράξης, ονείρου και πραγματικότητας. Παράλληλα, η σύγχρονη μουσική εντείνει την εσωτερική αγωνία, υπογραμμίζοντας την πορεία τους προς την ελευθερία.
Πρόθεσή μας να συνομιλήσουμε με τη σύγχρονη ελληνική νεότητα που μεγάλωσε στην κρίση, είτε ως Ασθενής στην ψηφιακή ακινησία, είτε ως Οδοιπόρος, μετατρέποντας την ανασφάλεια σε δράση και πίστη για ζωή. Ως στόχο έχουμε να αναδείξουμε την ελευθερία ως ηθική της πράξης, δικαιώνοντας τον Μένανδρο: «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ἂν ἄνθρωπος ᾖ».
Η σκηνή προϋποθέτει πίστη. Μια παράλογη πίστη του περφόρμερ στον εαυτό του, στο τίποτα, στο «άδειο» της σκηνής, στις καρέκλες των θεατών· πίστη στους ίδιους τους θεατές. Αυτοί, έρχονται στο «θέαμα» για να πιστέψουν τα πάντα, μα, ουσιαστικά, για να πιστέψουν τους ανθρώπους της σκηνής. Ο Μπράιαν Φρίελ έγραψε για αυτή την απόλυτη ανάγκη του ανθρώπου για ελπίδα μέσα από μια προμηθεϊκή προτροπή. Πρόθεση της σκηνοθεσίας είναι το έργο, σε όλη τη δραματουργική του ανάπτυξη, να παιχτεί σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές, συχνά ανάμεσά τους, με κινηματογραφική αμεσότητα στην ερμηνεία και με την αίσθηση μιας απογυμνωμένης επαρχιακής γειτονιάς. Η γκάιντα είναι ένα από τα αρχαιότερα πνευστά λαϊκά όργανα της υπαίθρου. Ο τραχύς παραδοσιακός της ήχος ωθεί την αφήγηση να αποκτήσει έναν οικουμενικό χαρακτήρα και μια αδιόρατη σύνδεση με το συλλογικό ασυνείδητο και το πανανθρώπινο τραύμα, όπως εγγράφεται στο σώμα και στη μνήμη της σκηνικής εμπειρίας.
Δύο άντρες, παλιοί συμμαθητές και στενοί φίλοι, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια βαθιά κρίση αξιών και ταυτότητας. Η υπαρξιακή αγωνία, οι κρίσεις πανικού, το άγχος και η απογοήτευση έχουν επηρεάσει τη ζωή τους, κάνοντάς τους ανήμπορους να ανταποκριθούν στην καθημερινότητα. Αναζητώντας μια διέξοδο, αποφασίζουν να ταξιδέψουν σε μια επαρχιακή περιοχή της Ελλάδας, με σκοπό να αναθερμάνουν τη φιλία τους και να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή τους. Καθώς απομακρύνονται από τους έντονους ρυθμούς της πόλης, αρχίζουν να ξετυλίγουν τις εμπειρίες, τις απογοητεύσεις και τα χαμένα όνειρά τους. Μέσα από τις συζητήσεις τους οδηγούνται στις σκέψεις του Μάρκου Αυρήλιου και στη στωική φιλοσοφία, αναζητώντας απαντήσεις για την ανθρώπινη ύπαρξη και την ουσία της ζωής. Με φόντο το ελληνικό τοπίο, προσπαθούν να ανακαλύψουν ξανά τι σημαίνει να ζει κανείς ανθρώπινα σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο απάνθρωπος.
Πίσω, στα βάθη του χρόνου, ο Προμηθέας αποφασίζει να βοηθήσει από οίκτο ένα πλάσμα, μέχρι τότε αόριστο και ασαφές, που ονομάζεται άνθρωπος, προσφέροντάς του δώρα θαυμαστά: συνείδηση της ύπαρξής του, σοφία και γνώση. Τον μετουσιώνει έτσι σε Άνθρωπο. Όμως ένα κακό προαίσθημα καταλαμβάνει τη θεότητα και φοβάται μήπως μετανιώσει για τη δύναμη που χάρισε στον Άνθρωπο, που τώρα πια νιώθει ατρόμητος, ανώτερος απ’ όλα τα υπόλοιπα πλάσματα. Η παράσταση, χρησιμοποιώντας πολλαπλά εργαλεία, θα επιχειρήσει να λειτουργήσει ως καταγραφέας των αρχικών «προγνωστικών» για το ανθρώπινο είδος αλλά και του τελικού αποτυπώματος που αφήνει στη σύγχρονη εποχή. Παράλληλα με τον λόγο και τη θεατρική-σκηνική δράση των ηθοποιών-περφόρμερ αλλά και σε απόλυτη χρονική ταύτιση μαζί τους θα προβάλλεται στην πρόσοψη και σε όλο το μήκος της εμπρόσθιας πλευράς της υπερυψωμένης σκηνής μια πρωτότυπη εικαστική ταινία-ντοκιμαντέρ, η οποία είτε θα ερμηνεύει είτε θα υπονομεύει και άλλοτε θα υπογραμμίζει το κείμενο. Στόχος είναι η δημιουργία ψευδαίσθησης μιας κινούμενης μετόπης και ζωντανών αετωμάτων.
* Τα αποσπάσματα από τον Προμηθέα δεσμώτη του Αισχύλου είναι σε μετάφραση Δημήτρη Δημητριάδη.
Εμπνευσμένη από το έργο Οι Θεοί της Γης του Χαλίλ Γκιμπράν, η παράσταση προσεγγίζει τη σχέση του ανθρώπου με το θείο με μια λεπτή αίσθηση χιούμορ και ειρωνείας απέναντι στην εξουσία και την ανθρώπινη ματαιότητα. Ποια είναι η σχέση του ανθρώπου με το θείο; Ποιοι είναι οι θεοί που πιστεύουμε, οι γήινοι θεοί της εποχής μας;
Τρεις «θεοί της γης» παρατηρούν τον άνθρωπο και συνομιλούν για τη φύση του: τη φθορά, την αδυναμία και την επιθυμία. Παράλληλα, ένας άνθρωπος στέκεται απέναντί τους μέσα από μια συνεχή διαδικασία σύγκρουσης, λατρείας, αμφισβήτησης και αποδοχής.
Η παράσταση συνδυάζει περφόρμανς και ζωντανή εικαστική δράση, δημιουργώντας ένα τελετουργικό σκηνικό περιβάλλον όπου το σώμα, τα φυσικά υλικά, το φως και η φθορά μεταμορφώνονται διαρκώς. Στον πυρήνα της αναδύεται η αγάπη ως διαρκής δύναμη σχέσης και μεταμόρφωσης· μια παρουσία που διαπερνά τις εντάσεις και τις σιωπές, συνδέοντας τον άνθρωπο με τον εαυτό του και τον κόσμο.