Βασισμένο στο ποιητικό έργο Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια του Νίκου Παναγιωτόπουλου
«Σου χαρίζω τον καιρό του σιγάν».
Μια αγρύπνια, ένας ήσυχος τόπος κοντά στη θάλασσα, τρεις άνθρωποι, γνωστοί και αγαπημένοι ενός νεκρού για τον οποίο λίγα θα μάθουμε, μιλούν για τον θάνατο για να καταλάβουν πώς πρέπει να ζήσουν· και να αγαπήσουν. Αναζητούν το σύσσημον, εκείνο το σημάδι που «σημαίνει το ίδιο για σένα και μένα». Και η μουσική διαπερνά όλη τη νύχτα, την επιτηρεί και τη φροντίζει, ως ο μοναδικός ισότιμος συνομιλητής της σιωπής.
Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; […]
Οι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;
Λευκόγκριζη μεγαλούπολη: ψηλή δόμηση, χαμηλός ορίζοντας. Αντιηρωική εποχή, σαν τη σημερινή. Εμπόδια, διλήμματα και παγίδες που απαιτούν προσωπικούς και συλλογικούς άθλους για να ξεπεραστούν. Κάτω από τη σκιά της άγνοιας, της κόπωσης και των φόβων τους, πέντε πρόσωπα κατορθώνουν να συνδεθούν, ανακαλύπτοντας μέσα τους νέες δυνάμεις.
Μια ωδή στους αφανείς ήρωες του κόσμου, ένα πρωτότυπο θεατρικό έργο, με αφορμή τον μύθο του μέγιστου των ηρώων, του ημίθεου Ηρακλή, που, διχασμένος ανάμεσα στη θεϊκή προέλευση και την ανθρώπινη ευαλωτότητα, με όπλα τη ρώμη, το μυαλό –και την ενοχή– τιθασεύει και εξημερώνει την ανεξέλεγκτη φυσική αγριότητα. Άλλοτε ακατανίκητοι, άλλοτε τραγικοί, άλλοτε κωμικές καρικατούρες, οι ήρωες αναμετρώνται με τις έννοιες του δικαίου, της αλληλεγγύης και τελικά της υπέρβασης, του Άθλου.
Ένα γλυκόπικρο υπαρξιακό νεο-νουάρ με απροσδόκητη δράση, συναντήσεις, ζωώδεις παρουσίες και απουσίες, ιστορίες από την αρχαία Ελλάδα και την Ιαπωνία, συγκρούσεις, διλήμματα και απρόσμενη αισιοδοξία.
Η παράσταση Σχώρα με είναι μια θεατρική και μουσική σύνθεση βασισμένη σε διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου. Δύο γυναίκες που συνδέονται βαθιά μεταξύ τους σμίγουν ύστερα από χρόνια σε έναν χώρο γεμάτο μνήμες. Ανάμεσα σε αφηγήσεις, σιωπές, τραγούδια και μικρές καθημερινές ιστορίες, ξεδιπλώνονται βιώματα ξενιτιάς, απώλειας και αποχωρισμού, ενώ πρόσωπα που λείπουν μοιάζουν να επιστρέφουν για λίγο μέσα από τη μνήμη και τον λόγο.
Με λιτά σκηνικά μέσα και ζωντανή μουσική επί σκηνής, η παράσταση δημιουργεί μια ατμόσφαιρα οικεία και τελετουργική, αντλώντας στοιχεία από την ηπειρώτικη μουσική παράδοση και τον κόσμο ενός επαρχιώτικου σπιτιού. Ο λόγος κινείται ανάμεσα στην αμεσότητα της προφορικής αφήγησης και σε πιο ποιητικές στιγμές, καθώς οι δύο γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν ξανά η μία την άλλη και να σταθούν απέναντι σε όσα έμειναν ανολοκλήρωτα.
Η Αρπαγή της Περσεφόνης – Η επιστροφή επαναπροσεγγίζει τον αρχαίο μύθο μέσα από μια σύγχρονη, σκοτεινή και βαθιά ανθρώπινη οπτική.
Η παράσταση εστιάζει όχι στην αρπαγή αλλά στις συνέπειές της: τραύμα, βίαιη ενηλικίωση και επιστροφή σε έναν κόσμο που, ενώ δεν είναι πια ο ίδιος, προσπαθεί να συνεχίσει σαν να μη συνέβη τίποτα – συγκαλύπτοντας τη βία ως κανονικότητα. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Περσεφόνη, σε έναν μύθο όπου τη μοίρα της φαίνεται να καθορίζουν οι επιθυμίες άλλων: του άντρα της, της μητέρας της, του Δία. Η σχέση μητέρας και κόρης γίνεται πεδίο σύγκρουσης, καθώς η Δήμητρα αδυνατεί να επαναφέρει την Περσεφόνη στη θυγατρική της και μόνο υπόσταση.
Συνδυάζοντας λόγο, κίνηση και ζωντανή μουσική η παράσταση δημιουργεί ένα σκηνικό σύμπαν όπου οι θεοί λειτουργούν ως φορείς εξουσίας, πόθου και ελέγχου. Με αιχμηρή σύγχρονη ματιά, το έργο συνομιλεί με ζητήματα έμφυλης βίας, τραύματος και εξουσίας, αναζητώντας την επιστροφή μετά την απώλεια.
Σε μια χώρα όπου όλοι κλέβουν για να επιβιώσουν, η εμφάνιση ενός τίμιου ανθρώπου αρκεί για να διαλύσει την ισορροπία. Το Μαύρο πρόβατο, εμπνευσμένο από το εμβληματικό διήγημα του Ίταλο Καλβίνο, μετατρέπει τη σκοτεινή αλληγορία σε μια σύγχρονη θεατρική εμπειρία γεμάτη φάρσα, μαύρο χιούμορ και καυστική κοινωνική σάτιρα.
Μέσα από ένα πολυφωνικό σύμπαν σωμάτων, ήχων και διαρκών μεταμορφώσεων, η παράσταση φωτίζει έναν κόσμο όπου η διαφθορά μοιάζει φυσική και η εντιμότητα σχεδόν επικίνδυνη. Ο τίμιος άνθρωπος δεν γίνεται ήρωας· γίνεται απειλή για το σύστημα. Με γρήγορο ρυθμό, ζωντανή μουσική επί σκηνής και συνεχή εναλλαγή ρόλων και αφηγήσεων, το έργο θέτει ένα επείγον ερώτημα: όταν η απανθρωπιά γίνεται κανονικότητα, ποιος τολμά να παραμείνει άνθρωπος;
Ένα σκληρό, επίκαιρο παραμύθι για το τίμημα της αξιοπρέπειας – και τη δύναμη εκείνων που αρνούνται να προσαρμοστούν.
Mια παράσταση για τη φροντίδα, τη φιλία και τις πόλεις.
Η παράσταση αντλεί την αφετηρία της από ένα ανθρωπολογικό εύρημα: ένα επουλωμένο μηριαίο οστό από την προϊστορική περίοδο, το οποίο υποδηλώνει ότι ένας τραυματισμένος άνθρωπος επέζησε χάρη στη φροντίδα της κοινότητάς του. Το εύρημα αυτό συνδέεται με την ανθρωπολογική σκέψη της Margaret Mead, σύμφωνα με την οποία το πρώτο σημάδι πολιτισμού δεν είναι ένα τεχνολογικό επίτευγμα αλλά η φροντίδα προς τον ευάλωτο άλλον. Από αυτή τη συνθήκη εκκινεί μια σκηνική διερεύνηση της φροντίδας, της επιβίωσης και της συλλογικής ευθύνης: κάποιος έμεινε, μοιράστηκε βάρος και χρόνο, αναγνώρισε την ευαλωτότητα του άλλου ως κοινή υπόθεση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φιλία και η αλληλοϋποστήριξη αναδεικνύονται ως ο μικρότερος αλλά ουσιαστικότερος πυρήνας κοινότητας. Μέσα από σωματική δράση και λόγο, η παράσταση εξετάζει τη στιγμή όπου το τραύμα παύει να είναι ατομικό και γίνεται κοινό πεδίο εμπειρίας, ως πράξη φροντίδας και ανθρωπιάς.
Μια βάρκα στη μέση της σκηνής, δύο ηθοποιοί και ένας μουσικός συνθέτουν έναν σκηνικό κόσμο εμπνευσμένο από ποιήματα της Μέσης Ανατολής που μιλούν για το ταξίδι της προσφυγιάς. Η θεατρική περφόρμανς βασίζεται σε αληθινές μαρτυρίες προσφύγων και μεταναστών, ενώ στη διάρκεια του έργου ακούγονται ηχογραφημένες φωνές των ίδιων των ανθρώπων που αφηγούνται τις εμπειρίες τους στη μητρική τους γλώσσα.
Μέσα από αφηγήσεις, πολυγλωσσικά ηχοτοπία και μουσικές εμπνευσμένες από τους τόπους καταγωγής τους, το έργο φωτίζει το τραύμα του εκτοπισμού, τον φόβο της απώλειας, αλλά και την επίμονη ανάγκη του ανθρώπου να ελπίζει και να συνεχίζει. Η θάλασσα μετατρέπεται σε τόπο αγωνίας και προσευχής, έναν ενδιάμεσο χώρο όπου η ανθρωπιά δοκιμάζεται διαρκώς, αλλά εξακολουθεί να αναζητά τρόπο να υπάρξει μέσα από την αλληλεγγύη, τη μνήμη και την ελπίδα.
Ένας θίασος. Τρεις ηθοποιοί. Ένα τσέλο.
Σε μια εποχή που επαναπροσδιορίζεται η σχέση των καλλιτεχνών με την τέχνη τους και με την επιβίωσή τους, ένας θίασος τριών ηθοποιών και ένας μουσικός αναμετρώνται με το εμβληματικό κείμενο του Τσέχοφ. Η παράσταση, δομημένη πάνω στην αρχή του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», μετατρέπει τη σκηνή σε ένα πεδίο υπαρξιακής σύγκρουσης. Γιατί ο Γλάρος είναι ένα έργο για το ίδιο το θέατρο, την τέχνη, τη ματαιοδοξία και την αποτυχία. Μέσα από τη δραματουργική συμπύκνωση, αναδεικνύεται η απέλπιδα προσπάθεια για επικοινωνία και το χάσμα που δημιουργεί η ηλικία και η σύγκρουση ανάμεσα στις παλαιότερες και τις νεότερες γενιές.
Επί σκηνής δύο άνδρες, μία γυναίκα και ένα τσέλο εναλλάσσουν ρόλους, αποτυπώνοντας την πιο προσωπική εξομολόγηση του δημιουργού περί αισθητικής και ζωής. Η παράσταση γίνεται ένας ζωντανός καθρέφτης για την αγωνία της ύπαρξης μέσα από τη δημιουργία, τη φθορά της καθημερινότητας και τη ζωτική ανάγκη για έκφραση απέναντι στις αδιαπραγμάτευτες ανάγκες της πραγματικότητας.
Μια σύγχρονη σκηνική προσέγγιση στο εμβληματικό Μωρίας εγκώμιο του Έρασμου, που επιχειρεί να επαναφέρει τον άνθρωπο στο κέντρο της θεατρικής εμπειρίας. Μέσα από μια συλλογική σκηνική σύνθεση, οι ηθοποιοί λειτουργούν ως πολλαπλές φωνές της Μωρίας, της θεάς της ανοησίας και της τρέλας, δημιουργώντας ένα σύμπαν σατιρικό, ποιητικό και βαθιά ανθρώπινο.
Η παράσταση απομακρύνεται από τον ψυχολογικό ρεαλισμό και επενδύει στη σωματικότητα, τον ρυθμό, τα ηχοτοπία και τη μουσική ως ισότιμα δραματουργικά στοιχεία. Σε άμεση συνομιλία με τον αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά –την πέτρα, τη μνήμη και τη σιωπή του τόπου– το έργο αντιπαραβάλλει τη διαχρονικότητα της Ιστορίας με την ατελή ανθρώπινη ύπαρξη.
Σε μια εποχή ψηφιακών προσωπείων και διαρκούς επιμέλειας της εικόνας μας, το Μωρίας εγκώμιο μας καλεί να γελάσουμε με τις αδυναμίες μας, να συμφιλιωθούμε με την ανθρώπινη ατέλεια και να αναγνωρίσουμε ξανά το ανθρώπινο μέτρο, τη βαθιά ανάγκη για αλήθεια, επαφή και ουσιαστική συνύπαρξη.
Μια πρωτότυπη δραματουργική και μουσική σύνθεση, που απορρέει από το μυθιστόρημα του Γιώργου Θεοτοκά Ασθενείς και οδοιπόροι. Αποτυπώνοντας την κρίση αξιών της μεταπολεμικής Ελλάδας, αναρωτιόμαστε ακόμα και σήμερα: θα παραμείνουμε πνευματικά «Ασθενείς» ή θα γίνουμε «Οδοιπόροι» έστω και μέσα στην οδύνη;
Τρεις ηθοποιοί, ως συλλογική συνείδηση, εστιάζουν στους επιζώντες ήρωες που αναζητούν νόημα σε έναν κόσμο ασταθή. Παλεύουν να αφήσουν πίσω τους τις μνήμες και, ως «ραβδοσκόποι», να ανακαλύψουν την πηγή της αγάπης. Αναμετρώνται με την υπαρξιακή σύγκρουση ιδεολογίας και πράξης, ονείρου και πραγματικότητας. Παράλληλα, η σύγχρονη μουσική εντείνει την εσωτερική αγωνία, υπογραμμίζοντας την πορεία τους προς την ελευθερία.
Πρόθεσή μας να συνομιλήσουμε με τη σύγχρονη ελληνική νεότητα που μεγάλωσε στην κρίση, είτε ως Ασθενής στην ψηφιακή ακινησία, είτε ως Οδοιπόρος, μετατρέποντας την ανασφάλεια σε δράση και πίστη για ζωή. Ως στόχο έχουμε να αναδείξουμε την ελευθερία ως ηθική της πράξης, δικαιώνοντας τον Μένανδρο: «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ἂν ἄνθρωπος ᾖ».