Region: Κεντρική Μακεδονία

Τα πέπλα της

Η παράσταση Τα πέπλα της υφαίνει τη δραματουργία της μέσα από ποιητικές φωνές και αφηγήσεις γυναικών από τη Μέση Ανατολή, διασταυρώνοντάς τες με μύθους, τελετουργίες και λαϊκές παραδόσεις της Δύσης.

Στον πυρήνα της σύνθεσης τοποθετείται η γυναικεία σωματικότητα, όχι ως αναπαράσταση, αλλά ως ζωντανό πεδίο ιστορικών και κοινωνικών εγγραφών. Το πέπλο εμφανίζεται ως σύμβολο πολλαπλών αναγνώσεων· άλλοτε προστατεύει, άλλοτε αποκρύπτει, άλλοτε διαχωρίζει και άλλοτε αποκαλύπτει. Στη λεπτή του επιφάνεια συγκρούονται η επιθυμία και η απαγόρευση, η ορατότητα και η εξαφάνιση, η έλξη της αποκάλυψης και η βία της απόκρυψης.

Η φωνή και οι μουσικές συνθέσεις της Σαβίνας Γιαννάτου και των Primavera en Salonico συναντούν την εικαστική και σκηνοθετική προσέγγιση της Μαρίας Λάππα σε μια παράσταση όπου η γυναικεία φωνή γίνεται δέηση, ψίθυρος, προσευχή και κραυγή, φωτίζοντας κόσμους όπου το σώμα μετατρέπεται σε μνημείο, τόπο αντίστασης και μεταμόρφωσης.

Πέτρινο σώμα

Ένα γυναικείο σώμα συναντά την πέτρα, ένα υλικό ιστορικά συνδεδεμένο με την εργασία, την κατασκευή και την αντοχή. Η εφήμερη και ευάλωτη δράση του σώματος συνυπάρχει με τη διάρκεια και τη βραδύτητα της γεωλογικής ύλης, διαμορφώνοντας μια πολλαπλή εμπειρία χρόνου. Σώμα και λίθοι συγκροτούν ένα κινητικό συνεχές: φέρουν και μεταφέρουν το ένα το άλλο σχηματίζοντας εφήμερα τοπία και μεταβαλλόμενες συνθέσεις. Η σχέση τους αρθρώνεται τόσο ως συνύπαρξη και φροντίδα, όσο και ως σύγκρουση και αντίστιξη. Καθώς η χορεύτρια ανταποκρίνεται στο υλικό, μετασχηματίζεται, ενώ οι πέτρες, μέσα από τη χορευτική πράξη, αποκτούν σωματικότητα, ρυθμό και σημασία.

Το  Πέτρινο σώμα είναι ένα εικαστικό χορευτικό σόλο που διερευνά τη σωματική εμπειρία της βαρύτητας, της μετακίνησης και της ισορροπίας, καθώς και τη σχέση μεταξύ κίνησης και ακινησίας, μέσα από την άμεση επαφή με την πέτρα.

Σύσσημον

Βασισμένο στο ποιητικό έργο Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια του Νίκου Παναγιωτόπουλου

«Σου χαρίζω τον καιρό του σιγάν».

Μια αγρύπνια, ένας ήσυχος τόπος κοντά στη θάλασσα, τρεις άνθρωποι, γνωστοί και αγαπημένοι ενός νεκρού για τον οποίο λίγα θα μάθουμε, μιλούν για τον θάνατο για να καταλάβουν πώς πρέπει να ζήσουν· και να αγαπήσουν. Αναζητούν το σύσσημον, εκείνο το σημάδι που «σημαίνει το ίδιο για σένα και μένα». Και η μουσική διαπερνά όλη τη νύχτα, την επιτηρεί και τη φροντίζει, ως ο μοναδικός ισότιμος συνομιλητής της σιωπής.

13ος Άθλος

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; […]
Οι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;

Λευκόγκριζη μεγαλούπολη: ψηλή δόμηση, χαμηλός ορίζοντας. Αντιηρωική εποχή, σαν τη σημερινή. Εμπόδια, διλήμματα και παγίδες που απαιτούν προσωπικούς και συλλογικούς άθλους για να ξεπεραστούν. Κάτω από τη σκιά της άγνοιας, της κόπωσης και των φόβων τους, πέντε πρόσωπα κατορθώνουν να συνδεθούν, ανακαλύπτοντας μέσα τους νέες δυνάμεις.

Μια ωδή στους αφανείς ήρωες του κόσμου, ένα πρωτότυπο θεατρικό έργο, με αφορμή τον μύθο του μέγιστου των ηρώων, του ημίθεου Ηρακλή, που, διχασμένος ανάμεσα στη θεϊκή προέλευση και την ανθρώπινη ευαλωτότητα, με όπλα τη ρώμη, το μυαλό –και την ενοχή– τιθασεύει και εξημερώνει την ανεξέλεγκτη φυσική αγριότητα. Άλλοτε ακατανίκητοι, άλλοτε τραγικοί, άλλοτε κωμικές καρικατούρες, οι ήρωες αναμετρώνται με τις έννοιες του δικαίου, της αλληλεγγύης και τελικά της υπέρβασης, του Άθλου.

Ένα γλυκόπικρο υπαρξιακό νεο-νουάρ με απροσδόκητη δράση, συναντήσεις, ζωώδεις παρουσίες και απουσίες, ιστορίες από την αρχαία Ελλάδα και την Ιαπωνία, συγκρούσεις, διλήμματα και απρόσμενη αισιοδοξία.

Όταν ο άνθρωπος μένει

Mια παράσταση για τη φροντίδα, τη φιλία και τις πόλεις. 

Η παράσταση αντλεί την αφετηρία της από ένα ανθρωπολογικό εύρημα: ένα επουλωμένο μηριαίο οστό από την προϊστορική περίοδο, το οποίο υποδηλώνει ότι ένας τραυματισμένος άνθρωπος επέζησε χάρη στη φροντίδα της κοινότητάς του. Το εύρημα αυτό συνδέεται με την ανθρωπολογική σκέψη της Margaret Mead, σύμφωνα με την οποία το πρώτο σημάδι πολιτισμού δεν είναι ένα τεχνολογικό επίτευγμα αλλά η φροντίδα προς τον ευάλωτο άλλον. Από αυτή τη συνθήκη εκκινεί μια σκηνική διερεύνηση της φροντίδας, της επιβίωσης και της συλλογικής ευθύνης: κάποιος έμεινε, μοιράστηκε βάρος και χρόνο, αναγνώρισε την ευαλωτότητα του άλλου ως κοινή υπόθεση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φιλία και η αλληλοϋποστήριξη αναδεικνύονται ως ο μικρότερος αλλά ουσιαστικότερος πυρήνας κοινότητας. Μέσα από σωματική δράση και λόγο, η παράσταση εξετάζει τη στιγμή όπου το τραύμα παύει να είναι ατομικό και γίνεται κοινό πεδίο εμπειρίας, ως πράξη φροντίδας και ανθρωπιάς.

Αγώνας λόγων

Από τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων στην Τεχνητή Νοημοσύνη

Ένας περφόρμερ μπροστά σε έναν ψηφιακό καθρέφτη, σε μια ψηφιακή εικόνα του εαυτού του. Είναι αληθινή; Τι βλέπει μέσα από το είδωλό του;

Ο Αγώνας λόγων είναι μια σκηνική αντιπαράθεση μεταξύ ανθρώπου και τεχνητής νοημοσύνης, μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος, δομημένη με τις αρχές και την αυστηρή τελετουργία των αγώνων λόγων της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας. Με αφετηρία τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων, τον αρχαιότερο αναλογικό υπολογιστή του κόσμου, αντικείμενο-σύμβολο της ανθρώπινης ευφυΐας και φαντασίας, αναπτύσσονται τα επιχειρήματα των δύο πλευρών του καθρέφτη μέσα από κλασικά κείμενα, από την αρχαιότητα ως σήμερα.

Μια πρωτότυπη περφόρμανς με τη μορφή ψηφιακού αναλογίου. Ένας αγώνας χωρίς κριτή, μια συμφωνία χωρίς νικητή.

Ανολοκλήρωτα ποιήματα (Poèmes inachevés)

Στα ερείπια ενός παλιού θερινού κινηματογράφου.
Εκεί κατοικεί μια Γυναίκα. Αρνείται να τον εγκαταλείψει.
Ίσως ξεπήδησε από την οθόνη.
Ίσως ζούσε από πάντα εδώ, σε αυτό το μεταίχμιο μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας.
Φροντίστρια και φάντασμα μαζί.
Επίμονα, υπομονετικά, και στα μάτια μας μάταια, μοιάζει να προσπαθεί να κρατήσει στη ζωή κάτι/κάποιον που φεύγει. Που έχει φύγει ήδη.
Χαρακτήρας. Ηθοποιός. Δημιουργός. Έργο τέχνης. Έργο της φύσης, Άνθρωπος.

Πού πάνε οι ιδέες που δεν πρόλαβαν να πάρουν οριστικό σχήμα; Οι ταινίες, οι ζωγραφικοί πίνακες, οι παρτιτούρες, τα θεατρικά έργα, τα βιβλία, τα ποιήματα που δεν ολοκληρώθηκαν; Και οι άνθρωποι που φεύγουν, πού πηγαίνουν; Τι γίνονται οι απολογισμοί που δεν έκλεισαν; Οι αποχαιρετισμοί που δεν έγιναν αγκαλιές; Μπορεί το ίχνος των απόντων να κατοικήσει το παρόν μας, ανοίγοντας ένα παράθυρο για να κοιτάξουμε στα μάτια το μέλλον;

Tα Ανολοκλήρωτα Ποιήματα (Poèmes Inachevés) είναι μια παράσταση – ποιητική σκηνική σύνθεση που εμπνέεται από το ανολοκλήρωτο της καλλιτεχνικής δημιουργίας: από όλα εκείνα που μένουν σε εκκρεμότητα, κι όμως συνεχίζουν να τροφοδοτούν ως καύσιμη ύλη την τέχνη και την ίδια τη ζωή.

Μέσα από μια θραυσματική δραματουργία, οι λέξεις που άφησαν σε εκκρεμότητα οι μεγάλοι «ποιητές» – οι εικόνες, οι ήχοι, οι στίχοι, οι στοχασμοί – τρυπώνουν στις ρωγμές του σώματος της παράστασης και αναμετρώνται με την υπαρξιακή, καλλιτεχνική και πολιτική αγωνία της ζωής που φθείρεται, τελειώνει, ψηλαφώντας παράλληλα την παρηγορητική, ουμανιστική διάσταση της τέχνης.

 

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πότε τελειώνει ένα έργο τέχνης; Ολοκληρώνεται ποτέ; Αυτό το ερώτημα στάθηκε το δραματουργικό εκκρεμές της παράστασης Ανολοκλήρωτα Ποιήματα (Poèmes Inachevés) — όχι ως θεωρητική αισθητική απορία, αλλά ως υπαρξιακός αναστοχασμός.

Ο Picasso έλεγε πως μπορείς να αφήσεις στην άκρη έναν πίνακα και να υποσχεθείς στον εαυτό σου ότι δεν θα τον ξαναγγίξεις, όμως δεν μπορείς ποτέ να γράψεις τη λέξη τέλος. Το non-finito, το ημιτελές, το ατελείωτο, γίνεται αντιληπτό όχι ως έλλειψη ή αδυναμία ή αστοχία, αλλά ως τρόπος να υπάρχεις. Είναι μια δημιουργική και οντολογική επιλογή. Μια μορφή αντίστασης απέναντι στο τετελεσμένο, το οριστικό, το αμετάκλητο. Και ταυτόχρονα μια ερωτική επιστολή στην ανατροπή, το ελάττωμα, τη φθορά: σε ό,τι τελικά παραμένει ανοιχτό στις πιθανότητες, ελεύθερο, ανυπότακτο. Εκείνο που δεν τελείωσε συνεχίζει να ζει σαν ανεκπλήρωτη επιθυμία — όχι μελαγχολική, αλλά βαθιά ανθρώπινη.

Τα Ανολοκλήρωτα Ποιήματα (Poèmes Inachevés) δεν έχουν αρχή ούτε τέλος. Έχουν ρωγμές. Κι εκεί, μέσα σ’ αυτές τις ρωγμές, η ζωή συνεχίζεται επειδή δεν ξέρει τι άλλο να κάνει..

Ο μουσακάς

Μια αισθητηριακή μελέτη για την ελληνική παραδοσιακή κουζίνα και το αποτύπωμα της στο σήμερα. 

Mε αφορμή ένα κυριακάτικο οικογενειακό τραπέζι που περιλαμβάνει ελληνικές γεύσεις ανθεκτικές στο πέρασμα των ετών, ξεπηδούν οι ιστορίες παραδοσιακών φαγητών και η πρόσληψή τους στο σήμερα. Εκεί όπου συναντιούνται και συναλλάσσονται οι διαφορετικές γενιές, αντιλαμβανόμαστε τους τρόπους που έχουν μεταβληθεί οι διατροφικές μας παραδόσεις αλλά και η ίδια η ζωή.
Ο μουσακάς, οι πίτες, τα ντολμαδάκια και τα μπαχάρια της ξακουστής πολίτικης κουζίνας μάς φέρνουν στον νου τις ιστορίες των γιαγιάδων μας, ενώ η μπομπότα ή, αλλιώς, η πίτα των φτωχών μάς γυρίζει πίσω στη δύσκολη περίοδο της Κατοχής και τις προσπάθειες του ελληνικού λαού για επιβίωση.
Παραδοσιακά ακούσματα μπλεγμένα με ήχους τηγανίσματος και κατσαρόλες που βράζουν, ιστορίες ανθρώπων και συνταγές που όλοι μας έχουμε δοκιμάσει δημιουργούν μια παράσταση φόρο τιμής στα τραπέζια που μας μεγάλωσαν.

Τα λουλούδια που βλέπουν

Τα λουλούδια είναι σιωπηλοί μάρτυρες της θυσίας από την αρχή του κόσμου. Στα μοιρολόγια, στις μπαλάντες του Μεσαίωνα, στις λαϊκές δοξασίες, άνθη αιώνια γεννιούνται από ιστορίες αγάπης και αίματος. Από τον Νάρκισσο και τα ρόδα του Μεσαίωνα μέχρι την παπαρούνα (σύμβολο μνήμης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ άλλων), τα λουλούδια, με τις ιστορίες που βλέπουν, μας διαμορφώνουν, μας εμπνέουν, μας οδηγούν στις καινούριες, δικές μας ιστορίες. Από τα δημοτικά τραγούδια έως τους μεσαιωνικούς θρύλους, τα λουλούδια αναδύονται εκεί όπου η θυσία χαράζει ανεξίτηλα τη μνήμη.

Οι Alcedo Folk Band μας οδηγούν σε ένα ηχητικό και αφηγηματικό μονοπάτι, όπου η λαϊκή παράδοση συναντά τη σύγχρονη μουσική δημιουργία. Ο ελληνικός και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός γεφυρώνονται με πολύτιμα υλικά από τη δημοτική ποίηση, τη μυθολογία και τη μεσαιωνική παράδοση.

Μητέρα αράχνη

Το έργο Μητέρα αράχνη αποτελεί ένα εικαστικό-θεατρικό-μουσικό δρώμενο, που περιλαμβάνει δώδεκα σύγχρονα έργα υφαντικής τέχνης, επιλεγμένα και επιμελημένα από τη διακεκριμένη ιστορικό τέχνης και επιμελήτρια Ίριδα Κρητικού.

Τα δώδεκα υφαντά είναι φιλοτεχνημένα από τους σημαντικούς εκπροσώπους της τέχνης του υφάσματος (textile artists) Ειρήνη Γκόνου, Μαρία Γρηγορίου, Στάθης Κατσαρέλης, Ελένη Κρίκκη, Μαρία Κώτσου, Αναστάσης Μαδαμόπουλος, Πανδώρα Μουρίκη, Γιάννης Παπαδόπουλος, Ισμήνη Σαμανίδου, Ερμιόνη Συρογιαννοπούλου, Ιωάννα Τερλίδου και Αργύρης Χατζημαλλής. Τα έργα, στερεωμένα σε ανισομεγέθη τελάρα, λειτουργούν όχι μόνο ως αντιπροσωπευτικά δείγματα της σύγχρονης υφαντικής τέχνης, αλλά και ως ένα δεύτερο, συνολικό έργο, που αποτελεί το σκηνικό της παράστασης.

Τα κείμενα, επιλεγμένα και δραματοποιημένα από τον Γιώργο Γιανναράκο, ο οποίος υπογράφει και τη σκηνοθεσία της παράστασης, διανύουν τις τρεις τελευταίες χιλιετίες και αναφέρονται στην ελληνική υφαντική τέχνη, μέσα από το έπος, τη μυθολογία, το θέατρο, τη λογοτεχνία, τους θρύλους και την ποίηση. Τα τραγούδια, διασκευασμένα παραδοσιακά ή σύγχρονα, ενωμένα με το θεματικό «νήμα» της παράστασης, τονίζουν τη συνέχεια της μουσικής, αλλά και τη σημασία της υφαντικής τέχνης μέσα στον χρόνο.

 

 

Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.